<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ &#8211; Libre</title>
	<atom:link href="https://staging.libre.gr/tag/%cf%80%ce%b1%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://staging.libre.gr</link>
	<description>Ενημέρωση, ειδήσεις όπως πρέπει να είναι ...</description>
	<lastBuildDate>Mon, 19 Jan 2026 09:15:52 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://staging.libre.gr/wp-content/uploads/2020/01/cropped-LIBRE_FAV-32x32.png</url>
	<title>ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ &#8211; Libre</title>
	<link>https://staging.libre.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Ο Προκόπης Παυλόπουλος για τις διεθνείς εξελίξεις (vid)</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2026/01/19/o-prokopis-pavlopoulos-gia-tis-diethne/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Jan 2026 09:15:49 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1160302</guid>

					<description><![CDATA[Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στο MEGANEWS (αναμετάδοση από το ONE Channel) και στην δημοσιογράφο κα Βούλα Κεχαγιά. Οι απαντήσεις του κινήθηκαν στο πλαίσιο των εξής πάγιων θέσεών του: Η δεύτερη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η «Νέα Τάξη Πραγμάτων»&#160;σε πλανητικό επίπεδο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παραχώρησε συνέντευξη στο MEGANEWS</strong> <strong>(αναμετάδοση από το ONE</strong> <strong>Channel) και στην δημοσιογράφο κα Βούλα Κεχαγιά. Οι απαντήσεις του κινήθηκαν στο πλαίσιο των εξής πάγιων θέσεών του:</strong></h3>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η δεύτερη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και η «</strong><strong><em>Νέα Τάξη Πραγμάτων»</em></strong><strong>&nbsp;</strong><strong>σε πλανητικό επίπεδο</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο ότι η δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ -η οποία σαφώς «<em>αιφνιδίασε»</em>&nbsp;την Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ήταν μάλλον αναμενόμενη, γεγονός που δείχνει και τα μεγάλα πολιτικά ελλείμματα των ευρωπαίων ηγετών σήμερα- έχει επιφέρει συνταρακτικές γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές, και όχι μόνο, αλλαγές παγκοσμίων διαστάσεων. Αλλαγές, οι οποίες είναι ανάγκη να μελετηθούν και να αναλυθούν με ακρίβεια αλλά και με την δέουσα προβολή στο μέλλον ως προς τις εν γένει επιπτώσεις τους.&nbsp; Ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν βεβαίως έχει στοιχειώδη επίγνωση των κινδύνων που ελλοχεύουν για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, οφείλει να εξαγάγει τα καίρια συμπεράσματα ως προς το τι πρέπει να πράξει στο άμεσο μέλλον.&nbsp; Τέλος, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο&nbsp; -δηλαδή τον Ελληνισμό στο σύνολό του-&nbsp; και με κύριο γνώμονα το πώς πρέπει να αποτρέψουμε και να εξουδετερώσουμε αποτελεσματικά την κατάδηλη και αδίστακτη τουρκική απειλή είναι, αυτονοήτως, η ώρα της πλήρους ενσυναίσθησης του Εθνικού Χρέους μας ιδίως για την υπεράσπιση της Εδαφικής Ακεραιότητάς μας και της Εθνικής Κυριαρχίας μας, με την εντεύθεν επιπλέον θωράκιση όλων των Κυριαρχικών Δικαιωμάτων μας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α.</strong>&nbsp;Η «<em>Νέα Τάξη Πραγμάτων»</em>&nbsp;-που ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς περιέγραψε στην Διάσκεψη Ασφαλείας&nbsp; του Μονάχου στις 14.2.2025 με την κυνική, έως γραφική, φράση «<em>ήρθε νέος σερίφης στην πόλη»</em>– οφείλεται σε αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «<em>δόγμα Τραμπ»</em>. Ένα «<em>δόγμα»</em>&nbsp;που συνίσταται, κατά βάση, στο ότι η πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν μπορεί να επιτευχθεί υπό αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, αλλά πολύ περισσότερο υπό οικονομικούς όρους.&nbsp; Διότι η οικονομική «<em>επικυριαρχία»</em>&nbsp;είναι εκείνη η οποία εδραιώνει ασφαλώς την γενικότερη πλανητική υπεροχή, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις.&nbsp; Πρόκειται, καταφανώς, για την «<em>αποθέωση»</em>&nbsp;του σύγχρονου «<em>οικονομισμού</em>» παγκοσμίως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.&nbsp; Ειδικότερα:</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β.</strong><strong>&nbsp;</strong>Προ Τραμπ, οι ΗΠΑ ως πλανητική υπερδύναμη επιδίωκαν την πλανητική τους επικράτηση υπό όρους σχεδόν αμιγώς γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς, εντάσσοντας τις οικονομικές τους βλέψεις μέσα σε αυτό το πλαίσιο.&nbsp; Και συγκεκριμένα, επηρεασμένες ακόμη από τα κατάλοιπα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου και του τότε διόλου αμελητέου γεωστρατηγικού «<em>όγκου»</em>&nbsp;της ΕΣΣΔ, θεωρούσαν ως κύριο αντίπαλο την Ρωσία.&nbsp; Γι’ αυτό, και στην βάση της από τις αρχές του 20ού αιώνα θεωρίας του JohnMackinter&nbsp; – στην μελέτη του «<em>The</em>&nbsp;<em>geographical</em>&nbsp;<em>pivot</em>&nbsp;<em>of</em>&nbsp;<em>history</em>» («<em>Ο γεωγραφικός άξονας της ιστορίας</em>»), GeographicalJournal, 1904, 23, p. 421-437 – ότι «Κ<em>υρίαρχος του Πλανήτη»</em>&nbsp; είναι αυτός που ελέγχει την «Κ<em>αρδιά της Γης»,</em><em>&nbsp;&nbsp;</em>περίπου την έκταση της τότε ΕΣΣΔ, απέρριπταν και απέτρεπαν κάθε προσέγγιση της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξ ου και με αιχμή του δόρατος το ΝΑΤΟ προσέβλεπαν σε μια «<em>λελογισμένως»</em>&nbsp; ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύμμαχο εναντίον της Ρωσίας, ενώ κατά καιρούς επιχειρούσαν να αναπτύξουν καλές σχέσεις και με την Κίνα, ήδη από την εποχή των Νίξον – Κίσινγκερ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ.</strong>&nbsp;Μετά την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ η μεγάλη αλλαγή έγκειται στο ότι οι ΗΠΑ επιδιώκουν πλέον την πλανητική επικράτηση όχι τόσο με γεωπολιτικούς και γεωστρατηγικούς όρους, αλλά πολύ περισσότερο με σχεδόν αμιγώς οικονομικούς όρους. Και αυτό, διότι κατά τον Ντόναλντ Τραμπ η οικονομική «<em>επικυριαρχία</em>» είναι εκείνη που διασφαλίζει την πλανητική υπεροχή των ΗΠΑ.&nbsp; Είναι η «<em>αποθέωση»</em>&nbsp;της λογικής του σύγχρονου «<em>οικονομισμού</em>», μέσω της «<em>επικυριαρχίας»</em>&nbsp;του «<em>οικονομικού»</em>&nbsp;επί του «<em>θεσμικού»</em>.&nbsp; Υπ’ αυτό το πρίσμα ο κύριος αντίπαλος στον δρόμο προς την πλανητική επικράτηση των ΗΠΑ δεν είναι η Ρωσία αλλά η Κίνα, ως ραγδαίως ανερχόμενη δύναμη οικονομικώς και τεχνολογικώς.&nbsp; Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να υπολογίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ούτως ή άλλως είναι πια πολλαπλώς αδύναμη, και κυρίως οικονομικώς και στρατιωτικώς.&nbsp; Ενώ δεν θεωρεί πλέον την Ρωσία ως επικίνδυνο αντίπαλο,&nbsp; ιδίως λόγω της γεωπολιτικής και οικονομικής αποδυνάμωσής της υπό συνθήκες που είναι άκρως δυσχερές να ανατραπούν.&nbsp; Τούτο&nbsp; εξηγεί περαιτέρω και το γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θεωρεί ότι το «<em>πολυέξοδο»</em><em>&nbsp;</em>ΝΑΤΟ, με τον νέο ευρύτερο ρόλο του, είναι χρήσιμο και κρίσιμο για τις ΗΠΑ.&nbsp; Παραλλήλως και αναλόγως, βιάζεται να κλείσει τα πολεμικά μέτωπα αφενός στην ευρύτερη Ευρώπη -και για την ακρίβεια&nbsp; στην Ουκρανία- μάλιστα δε με τρόπο που ευνοεί καταφανέστατα οικονομικώς τις ΗΠΑ.&nbsp; Και, αφετέρου, στην Μέση Ανατολή, αφήνοντας εκεί μεγάλο πεδίο δράσης πρωτίστως στο Ισραήλ, και εν μέρει στην Τουρκία, κρίνοντας ότι και οι δύο αυτές Χώρες τελούν πλέον και δη μακροπροθέσμως, υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.&nbsp; Με τον τρόπο αυτό πιστεύει ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα οι ΗΠΑ θα έχουν όλες τους τις δυνάμεις, και κατά κύριο λόγο τις οικονομικές, διαθέσιμες αποκλειστικώς εναντίον της Κίνας. Έτσι ώστε να ανακοπεί, χωρίς δυνατότητα αναστροφής, η πορεία της Κίνας προς την παγκόσμια οικονομική κορυφή, κάτι το οποίο σήμερα διαφαίνεται ως πολύ πιθανό. Προς την ίδια, τηρουμένων των αναγκαίων αναλογιών, κατεύθυνση πρέπει να κριθούν και οι πρόσφατες κινήσεις του Αμερικανού Προέδρου τόσον έναντι&nbsp; της Βενεζουέλας όσο και έναντι της Γροιλανδίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ.</strong>&nbsp;Ας σημειωθεί, επιπροσθέτως, ότι η όλη αυτή πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ προϋποθέτει έναν «<em>παντοδύναμο»</em>&nbsp;Πρόεδρο των ΗΠΑ -άρα μια πανίσχυρη Εκτελεστική Εξουσία- ο οποίος μπορεί να ελέγχει, σε μεγάλη έκταση, την Νομοθετική Εξουσία (Κογκρέσο, ήτοι Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων) και την Δικαστική Εξουσία (ήτοι κατά βάση το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ).&nbsp; Τούτο συνεπάγεται, οπωσδήποτε, και μιαν επικίνδυνη αποδυνάμωση των θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στις ΗΠΑ, λόγω της νομοτελειακής αντίστοιχης αποδυνάμωσης&nbsp; των «<em>θεσμικών αντιβάρων»</em>&nbsp;που συνιστούν την «<em>κορωνίδα»</em>&nbsp;της Αμερικανικής Δημοκρατίας από την σύστασή της,&nbsp; αλλά και ένα παράδειγμα προς μίμηση διεθνώς.&nbsp; Ας μην υποτιμούμε και το ότι τίποτε δεν είναι δυνατό να προδικάσει πως αυτή η αποδυνάμωση των «<em>θεσμικών αντιβάρων</em>» μπορεί να παγιωθεί και να συνεχισθεί στις ΗΠΑ μελλοντικώς και να καταστεί «<em>ενδημικό</em>», αρνητικό για τους δημοκρατικούς θεσμούς, φαινόμενο σε αυτή την παγκοσμίως ηγέτιδα Χώρα. &nbsp;Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την «<em>εξαγωγή»</em>&nbsp;της σε μονιμότερη βάση και προς άλλες χώρες της Δύσης και κυρίως της Ευρώπης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Η παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας: Στον αστερισμό της προ της Συνθήκης της Βεστφαλίας (1648) εποχής;</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Εδώ και&nbsp; πάνω από τρεις δεκαετίες, ιδίως όμως από την έναρξη του Πολέμου στην Ουκρανία στις 24.2.2022 και ύστερα -κατ’ εξοχήν δε αφότου εξελέγη, το 2024, για δεύτερη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ- πολλαπλές και πολυσήμαντες είναι οι πλανητικώςεκδηλούμενες&nbsp;<em>«διοσημίες»</em>&nbsp;που πιστοποιούν, με ολοένα και πιο&nbsp; δυσοίωνα τεκμήρια, την παρακμιακή πορεία του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας, ως θεμελιώδους συστατικού στοιχείου του Έθνους-Κράτους: Οι πολεμικές συγκρούσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ για την αντιμετώπισή τους το Διεθνές Δίκαιο&nbsp;<em>«σχολάζει»</em><em>&nbsp;</em>εμφατικώς, παραχωρώντας&nbsp; μοιρολατρικώς την ισχύ του κανόνα δικαίου στην διάθεση της αυθαιρεσίας του ισχυρού και του δικαίου της ισχύος. Παραλλήλως, αλλά και συνεκδοχικώς, η έννοια της Κυριαρχίας, αυτού του πυλώνα της υπόστασης του Έθνους-Κράτους που υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στήριξε, από τον 19<sup>ο</sup>&nbsp;αιώνα και μετέπειτα, το δημοκρατικό θεσμικό και πολιτικό οικοδόμημα τουλάχιστον στην Δύση, συρρικνώνεται δραματικά σαν άλλο&nbsp;<em>«δέρμα της λύπης»</em>&nbsp;μέσα από την επίδειξη δύναμης των πρωταγωνιστών της διεκδίκησης μίας οιονεί παγκόσμιας επικυριαρχίας. Η ως άνω εξέλιξη εμφανίζεται τόσο περισσότερο δυστοπική, όσο αυτός ο νεότευκτος&nbsp;<em>«ιμπεριαλισμός»</em>&nbsp;ερείδεται, σχεδόν αποκλειστικώς, επί αμιγώς οικονομικών στόχων και σκοπιμοτήτων, με κύρια επιδίωξη την παγκόσμια οικονομική&nbsp;<em>«επικυριαρχία»</em>&nbsp;στο πλαίσιο μίας Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης η οποία δεν ανέχεται άλλους κανόνες δικαίου πλην εκείνων που η ίδια παράγει και επιβάλλει. Μήπως όμως έτσι –και, βεβαίως, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, επέκεινα δε των στοιχειωδών προταγμάτων της αποδεκτής ιστορικής σύγκρισης- το συγκεκριμένο διεθνές πλαίσιο και σύστημα επιστρέφει, υπό όρους καταθλιπτικής νομοτέλειας, στην εποχή προ του 1648; Ήτοι στην εποχή προ της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648, η οποία&nbsp; έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου και της λεγόμενης&nbsp;<em>«Βεστφαλιανής Κυριαρχίας»</em>, ως πρωταρχικού θεσμικοπολιτικού γνωρίσματος του αναδυθέντος εν συνεχεία Έθνους-Κράτους;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α.</strong>&nbsp;Η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648 είναι το κανονιστικό αμάλγαμα τριών Συνθηκών, οι οποίες υπογράφηκαν μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου του 1648 στις πόλεις της Βεστφαλίας Μύνστερ και Όσναμπρυκ, με την τελική μορφή της να θεσμοθετείται στην&nbsp;<em>«</em><em>Friedenssaal</em><em>»</em>&nbsp;του Όσναμπρυκ στις 24.10.1648 . Η Συνθήκη αυτή έβαλε τέλος στον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648).&nbsp;&nbsp;Ο Τριακονταετής Πόλεμος άρχισε με τις επιχειρήσεις στην Βοημία, όταν Προτεστάντες ηγέτες&nbsp; εγκαθίδρυσαν προσωρινή κυβέρνηση με έδρα την Πράγα, αντιδρώντας στον αυταρχισμό του Αυτοκράτορα Φερδινάνδου Β΄, επικεφαλής της τότε Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Επρόκειτο για εξέγερση των Προτεσταντών, οι οποίοι στράφηκαν τόσο εναντίον της&nbsp; Δυναστείας των Αψβούργων (Habsburgs) όσο και εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας, προσφέροντας το στέμμα της Βοημίας στον καλβινιστή εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο, που το αποδέχθηκε το 1619, ως Φρειδερίκος Ε΄ (δυναστεία των Βίττελσμπαχ). Στον γενικευμένο πόλεμο που επακολούθησε συμμετείχαν στρατεύματα ιδίως από την Γαλλία, την Αγγλία, την Ισπανία, την Ολλανδία, την Δανία, την Σουηδία, την Πολωνία, την Βαυαρία, την Σαξονία και το Βρανδεμβούργο. Το 1640, όταν στο μεταξύ ο πόλεμος αυτός είχε οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες ζωών αλλά και σε πρωτοφανείς καταστροφές, άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις για ειρήνευση καθώς πολλά Κράτη της Ηπειρωτικής Ευρώπης έστειλαν 145 αντιπροσώπους στην Βεστφαλία, για ειρηνευτικές συζητήσεις αναφορικά με το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων και με το μέλλον της Ευρώπης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β.</strong>&nbsp;Όπως ήδη επισημάνθηκε, οι ειρηνευτικές συζητήσεις είχαν αίσια κατάληξη με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας στις 24.10.1648.&nbsp; Η προμνημονευόμενη Συνθήκη οδήγησε σε σημαντικούς εδαφικούς συμβιβασμούς και σε αντίστοιχες εδαφικές αλλαγές, μέσα από την δημιουργία νέων Κρατών –π.χ. Ηνωμένες Ολλανδικές Επαρχίες, Ελβετική Συνομοσπονδία- μέσα από την&nbsp; διατήρηση ήδη υφιστάμενων, όπως π.χ. της Γαλλίας και της Δανίας, αλλά και μέσα από την ενδυνάμωση της αυτονομίας των τότε Γερμανικών Κρατών. Η ίδια Συνθήκη οδήγησε ουσιαστικώς και στο τέλος του Ογδοηκονταετούς Πολέμου (1568-1648) μεταξύ της Ισπανίας και 17 επαρχιών των τότε Κάτω Χωρών. Αυτή η εδαφική κατανομή διήρκησε περίπου έως το 1789, δηλαδή έως την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης.&nbsp; Δύο υπήρξαν τα σημαντικότερα θεσμικοπολιτικά κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>Πρώτον</strong>, η <em>«γέννηση»</em> του Διεθνούς Δικαίου των διευρυμένων Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων, με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη Λαών και Κρατών προεχόντως δια της διασφάλισης της ισορροπίας δυνάμεων και της εντεύθεν ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών, συνακόλουθα δε δια της πάνω σε αυτή την βάση ειρηνικής συνεργασίας και δημιουργίας. Υπ’ αυτή την έννοια, και πάντοτε τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας υπήρξε ένα είδος προπομπού για τις Συνθήκες που οδήγησαν, κατά τον 20<sup>ο</sup> αιώνα, στην ίδρυση τόσο της Κοινωνίας των Εθνών, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όσο και του ΟΗΕ, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ως ένα δε βαθμό και στην ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίες πήραν τελικώς την μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.</li>



<li><strong>Δεύτερον</strong>, η διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας της Κυριαρχίας –εξ ου και ο όρος <em>«Βεστφαλιανή Κυριαρχία»</em>– ως θεσμικού και πολιτικού οιονεί υπαρξιακού στοιχείου του Έθνους-Κράτους. Το οποίο στην πορεία, με τα πρόσθετα θεσμικοπολιτικά χαρακτηριστικά της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, εμπέδωσε το θεμέλιο και την βάση του εν γένει Δημοκρατικού Πολιτισμού στην Ευρώπη αλλά και ευρύτερα στην Δύση.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ.</strong>&nbsp; Την αρχική ευφορία του τέλους του Ψυχρού Πολέμου με την&nbsp; πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 1990, η οποία προοιωνιζόταν μία νέα εποχή οριστικής εδραίωσης των κατά τ’ ανωτέρω κεκτημένων του Διεθνούς Δικαίου και της Κυριαρχίας ως καταλυτών για την ειρηνική συνύπαρξη και δημιουργία Λαών και Κρατών παγκοσμίως, διαδέχθηκε σύντομα η καταθλιπτική μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων. Η οποία έχει αρχίσει να θέτει στο περιθώριο τόσο την, ήδη βεβαίως προβληματική από καιρό, κανονιστική ισχύ του Διεθνούς Δικαίου όσο και την&nbsp; εμβληματική αρχή του σεβασμού της Κυριαρχίας των Κρατών, την οποία ενισχύουν ευεργετικώς οι θεσμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και των&nbsp; σύστοιχων θεσμικών&nbsp; αντίβαρων της, δηλαδή των εγγυήσεων της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και του&nbsp; σεβασμού των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.&nbsp; Απλή παρατήρηση του διεθνούς γίγνεσθαι αρκεί για να καταδείξει ότι, με καίρια την ευθύνη των πλανητικών δυνάμεων με επικεφαλής τις ΗΠΑ, οι εν γένει Διεθνείς Σχέσεις, από την κήρυξη ενός πολέμου έως τις διαδικασίες ειρήνευσης, κάθε άλλο παρά διέπονται από το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου υποκαθιστά σταδιακώς το&nbsp;<em>«δίκαιο»</em>&nbsp;της ισχύος εκείνων που κυριαρχούν στην παγκόσμια σκηνή. Οι οποίοι μάλιστα καταφέρονται απροκαλύπτως εναντίον&nbsp; του Διεθνούς Δικαίου με πρωτοφανή έπαρση, δίχως να&nbsp; υπολογίζουν ότι&nbsp; η στάση τους αυτή συνιστά δείγμα αυθαιρεσίας που δυναμιτίζει τις ίδιες τις ρίζες&nbsp; του κοινού μας Πολιτισμού, ιδίως δε τις ρίζες του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, άρα και τις ανθρωπιστικές και δημοκρατικές ρίζες των Κρατών&nbsp; των οποίων ηγούνται. Πέραν τούτου, οι πολεμικές συρράξεις διαδέχονται η μία την άλλη, σε βαθμό που αρχίζουν να παίρνουν τα χαρακτηριστικά μίας αδήριτης καθημερινότητας. Με βάση δε το γεγονός ότι τα κίνητρα των συρράξεων αυτών είναι προδήλως οικονομικά –με απώτερη στόχευση την κατάκτηση της οικονομικής επικυριαρχίας- τέτοιοι πόλεμοι έχουν πλέον όλα τα χαρακτηριστικά ενός Παγκόσμιου Οικονομικού Πολέμου. Πολέμου του οποίου τα συμπτώματα δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί ακριβώς γιατί είναι πρωτόγνωρα και, επομένως, οι επ’ αυτών πενιχρές εμπειρίες του παρελθόντος δεν μας βοηθούν να τα αποκρυπτογραφήσουμε.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ.</strong>&nbsp;Οι ίδιες ως άνω καταστάσεις εξηγούν πώς και γιατί η Κυριαρχία των Κρατών, της οποίας αναντικατάστατη θεσμική εγγύηση είναι το Διεθνές Δίκαιο, χάνει με γεωμετρική πρόοδο τα εγγενή χαρακτηριστικά της. Και έτσι οδηγεί τα Κράτη αυτά σε ένα καθεστώς δορυφόρων που απλώς καλούνται να επιλέξουν στο διεθνές στερέωμα τον&nbsp;<em>«αστέρα»</em>&nbsp;γύρω από τον οποίο θα περιστρέφονται. Μία τέτοια απώλεια των θεσμικών κυριαρχικών αρμών των ασθενέστερων Κρατών –άρα και των αρμών&nbsp; της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας τους- επειδή&nbsp; εξελίσσεται υπό την&nbsp;&nbsp;<em>«επικυριαρχία»</em>&nbsp;του&nbsp;<em>«οικονομικού»</em>&nbsp;επί του&nbsp;<em>«θεσμικού»</em>&nbsp;όπως προεκτέθηκε, έχει ως συνέπεια όχι μόνο την διεθνή αλλά και την οικονομική τους περιθωριοποίηση. Αναποτρέπτως δε και την διαμόρφωση των διαρκώς διευρυνόμενων πολυδιάστατων ανισοτήτων μεταξύ των Κρατών, όπως άλλωστε απέδειξαν με τις μελέτες τους οι Ντ. Ατζέμογλου, Σ. Τζόνσον και Τζ. Ρόμπινσον, που το 2024 τιμήθηκαν γι’ αυτές με το Νόμπελ Οικονομίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε.</strong>&nbsp;Ειρωνεία της τύχης! Στις 3 και 4 Νοεμβρίου 2022, λόγω του ότι λίγους μήνες νωρίτερα είχε αρχίσει, με ήδη εμφανείς τις σκοτεινές προοπτικές του, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ΥΠΕΞ της G7 –ΗΠΑ, Γερμανίας, Γαλλίας, Μ. Βρετανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας και Καναδά, με συμμετοχή και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- συνήλθαν στο Μύνστερ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε ένα είδος&nbsp;<em>«Διάσκεψης Ειρήνης»</em>. Οι συνειρμοί για μία&nbsp;<em>«νέα Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας»</em>, με στόχο την θωράκιση της παγκόσμιας ειρήνης, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η παταγώδης αποτυχία της Διάσκεψης αυτής μάλλον ήχησε ως το&nbsp;&nbsp;<em>«κύκνειο άσμα»</em>&nbsp;του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου. Περαιτέρω δε και ως το&nbsp;<em>«κύκνειο άσμα»</em><em>&nbsp;&nbsp;</em>αναφορικά με ό,τι έχει απομείνει από τα κεκτημένα της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648. Οπότε το μείζον διακύβευμα&nbsp; της εποχής μας για την τύχη του Πλανήτη μας μάλλον πρέπει να συμπυκνωθεί στο ακόλουθο δίλλημα : Κατά κύριο λόγο εμείς, οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέτοχοι του ιστορικού Πολιτισμού της, θα δεχθούμε, υπό την επικράτηση μίας μοιρολατρικής επιμηθεϊκής λογικής, να&nbsp; γυρίσουμε πίσω στην προ του 1648 εποχή του αυταρχισμού και της πολεμικής αναρχίας; Ή θα υπερασπισθούμε, με ό,τι μέσα διαθέτουμε και με όποιο κόστος, την Ειρήνη, την Δημοκρατία και την Δικαιοσύνη, εν τέλει δε τον Άνθρωπο και τον Ανθρωπισμό;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ο</strong> «<strong><em>αιφνιδιασμός» </em>της αδύναμης Ευρωπαϊκής Ένωσης από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Είναι βέβαιο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «<em>αιφνιδιάστηκε»</em>&nbsp;-και κακώς- και από την δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και από τα σχέδιά του, πιστεύοντας ότι ήταν προεκλογικές υπερβολές δίχως αξιόλογες προοπτικές εφαρμογής τους στην πράξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α.</strong>&nbsp;Όμως όπως τονίσθηκε κακώς «<em>αιφνιδιάστηκε</em>», και διότι ήταν προβλέψιμη η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν νομιμοποιείται, με βάση την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της, να παριστάνει τον «<em>κριτή</em>» των ΗΠΑ προκειμένου να δικαιολογήσει τις ελλείψεις της.&nbsp; Οφείλει πρωτίστως να κοιτάξει τα του οίκου της, ενθυμούμενη τα λόγια του Πάλμερστον, ως ΥΠΕΞ της Μεγάλης Βρετανίας, στην Βουλή των Κοινοτήτων, το 1850: Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν φιλίες αλλά συμφέροντα.&nbsp;&nbsp; Κατά συνέπεια εκείνη ευθύνεται για το ότι οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ της φέρονται υποτιμητικά.&nbsp; Και αυτό γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα είναι περισσότερο «<em>αδύναμη</em>» από ποτέ, ήτοι αφότου δημιουργήθηκε ως ενιαία διεθνής οντότητα, το 1993, με την Συνθήκη του Μάαστριχτ και ως Ένωση των προϋφιστάμενων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β.</strong>&nbsp;Τούτο οφείλεται στο ότι οι βασικές αντηρίδες, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε και στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά την Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,&nbsp; δεν απέκτησαν τις απαιτούμενες ρίζες και δεν λειτουργούν αποτελεσματικώς, έτσι ώστε&nbsp; να εγγυηθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον ανάλογο σεβασμό προς αυτή εκ μέρους των τρίτων.&nbsp; Πριν απ’ όλα ο πυλώνας της ΚΕΠΠΑ δεν οργανώθηκε ποτέ στοιχειωδώς, δοθέντος ότι σήμερα δεν υπάρχει ούτε συγκροτημένη&nbsp; Κοινή Εξωτερική Πολιτική ούτε πλήρως δομημένη&nbsp; Πολιτική Ασφάλειας.&nbsp; Επίσης, στο οικονομικό πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση&nbsp; είναι «<em>ατελής</em>».&nbsp; Διότι υπάρχει μόνο μια στοιχειώδης «<em>Νομισματική Ένωση</em>» διά της Ευρωζώνης, όχι όμως και μια πραγματική «<em>Οικονομική</em>&nbsp;<em>Ένωση</em>». Μάλλον υπάρχουν τόσες οικονομικές πολιτικές όσα και τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός το οποίο καθιστά άκρως επισφαλές και το εύρος της νομισματικής εμβέλειας του Ευρώ στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Οικονομίας.&nbsp; Και αυτό είναι καταλυτικό για το σύνολο και την προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε και η πρόσφατη έκθεση του Μάριο Ντράγκι.&nbsp; Με απλές λέξεις, υπό τα δεδομένα αυτά η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να αποτελέσει πλανητική Οικονομική Δύναμη, ενώ η επενδυτική αξία του Ευρώ διεθνώς αποβαίνει εκ προοιμίου υπονομευμένη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Οι διαχρονικές αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκίας εις βάρος της Ελλάδας και του Ελληνισμού</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Οι διαχρονικώς προκλητικώς αναθεωρητικές -και στρατηγικού χαρακτήρα γι’ αυτήν- βλέψεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας και του Ελληνισμού, ιδίως στην εποχή του ΤαγίπΕρντογάν, οι οποίες αγνοούν εντελώς το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, είναι κατά βάση τρεις:</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α. Πρώτον</strong>, η εν τέλει περιέλευση της Κύπρου υπό τον πλήρη έλεγχό της. Γεγονός το οποίο αποδεικνύεται ευχερώς και εκ του ότι η Τουρκία δεν επιδιώκει ούτε αποδέχεται κατ’ ουσία λύση του Κυπριακού Ζητήματος με, έστω και στοιχειώδεις, όρους Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, στοχεύοντας αρχικώς στην διχοτόμηση και στο απώτερο μέλλον στον εγκλωβισμό της Κύπρου υπό την&nbsp; κυριαρχική της επιρροή.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β. Δεύτερον</strong>, η οιονεί&nbsp;<em>«διχοτόμηση»</em>&nbsp;του Αιγαίου Πελάγους και η αντίστοιχη&nbsp; ισομερής συνεκμετάλλευση επ’ αυτού, κατά κατάδηλη παραβίαση κάθε έννοιας των θεμελιωδών αρχών του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp;<em>«Διήκουσα γραμμή»</em>&nbsp;ως προς τούτο είναι ο 25<sup>ος</sup>&nbsp;μεσημβρινός, υπό την έννοια ότι δι’ αυτού του τρόπου η Τουρκία&nbsp;<em>«διεκδικεί»</em>&nbsp;το 50% του Αιγαίου Πελάγους. Όταν σήμερα, πάντα κατά το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, η εν προκειμένω επιρροή της εξαντλείται το πολύ στο 25%, ενώ το υπόλοιπο 75% αναλογεί στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, και πάντα σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ, έχοντας ως σημείο αναφοράς την Αιγιαλίτιδα Ζώνη στο Αιγαίο Πέλαγος εκατέρωθεν υπό το προσωρινό καθεστώς&nbsp; των 6 ν.μ., στην Ελλάδα αναλογεί το 43,5% και στην Τουρκία μόλις το 7,5%. Ενώ αν η Ελλάδα ασκήσει πλήρως το δικαίωμά της για επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ. –φυσικά πάντοτε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (κυρίως άρθρο 3)- στην Ελλάδα αναλογεί το 71,5% του Αιγαίου Πελάγους και στην Τουρκία μόλις το 8,7%. Τούτο και μόνον εξηγεί την αδιανόητη, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου και Ευρωπαϊκού Δικαίου, προβολή εκ μέρους της Τουρκίας του casusbelli του 1995, χρονιάς που άρχισε να ισχύει το Διεθνές Δίκαιο&nbsp; της Θάλασσας του ΟΗΕ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ.</strong><strong>&nbsp;</strong>Και,&nbsp;<strong>τρίτον</strong>, η δημιουργία συνθηκών μελλοντικής αυτονόμησης της όλης περιοχής της Ελληνικής Θράκης διά της δημιουργίας μίας ισχυρής δήθεν&nbsp;<em>«τουρκικής μειονότητας»</em>. Ήτοι μίας δήθεν&nbsp;<em>«εθνικής μειονότητας»</em>, η οποία ουδεμία νομική υπόσταση έχει ή μπορεί να έχει, ιδίως καθ’ ο μέτρο έρχεται σε προφανή αντίθεση με κατ’ ουσίαν καταστατικές διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Διατάξεις οι οποίες αναγνωρίζουν στην Ελληνική Θράκη μόνο&nbsp; Θρησκευτική Μουσουλμανική Μειονότητα, και όχι βεβαίως, και μάλιστα καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εθνική&nbsp;<em>«τουρκική μειονότητα»</em>.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>V</strong><strong>. Το Κυπριακό Ζήτημα υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου</strong></li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">Την επομένη της εύθραυστης ειρήνης που επιτεύχθηκε στην Μέση Ανατολή, και με χρονικό ορίζοντα το προσεχές αλλά και το απώτερο μέλλον, είναι προφανές ότι τα γεωοικονομικά, γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο αλλάζουν με ραγδαίους ρυθμούς, ιδίως υπό το πρίσμα της αξιοποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής αυτής με πλήρη τήρηση κυρίως των&nbsp; κανόνων του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ (UNCLOS) (Σύμβαση του MontegoBay του 1982), κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά την οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών και πρωτίστως της Υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Και μόνον η γεωγραφική θέση της Κύπρου αναδεικνύει ευκρινώς ότι ο ρόλος της στο πλαίσιο των ως άνω μεγάλων αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι, οιονεί εκ φύσεως και εξ ορισμού, καθοριστικός.&nbsp; Περί τούτου αρκούν και μόνον οι «<em>μαρτυρίες</em>» από την μία πλευρά της Ελληνικής Πρωτοβουλίας για το Πολυμερές Σχήμα&nbsp;<em>«5Χ5»</em>&nbsp;στην Ανατολική Μεσόγειο με συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Τουρκίας και Λιβύης, για συνεργασία σε κοινά ζητήματα όπως το Μεταναστευτικό, η Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος και η οριοθέτηση Θαλάσσιων Ζωνών. Και, από την άλλη πλευρά, του εντελώς πρόσφατου (6.11.2025) κοινού ανακοινωθέντος των Υπουργών Ενέργειας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ελλάδας, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, καθώς και των Συμπροέδρων του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ (Συνεργασία 3+1), αναφορικά με την κοινή δέσμευσή τους για την προώθηση της ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο ως βασικού παράγοντα σταθερότητας της περιοχής, με βασικούς άξονες την ενεργειακή ανάπτυξη και την προστασία των ενεργειακών υποδομών. Το εξαιρετικά ανησυχητικό γεγονός εν προκειμένω είναι ότι η προαναφερόμενη δεύτερη πρωτοβουλία (Συνεργασία 3+1) προώθησης της ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και ο αντίστοιχος ρόλος της Κύπρου μάλλον προσεγγίζονται και σχεδιάζονται πάνω σε αμιγώς οικονομικές βάσεις, ενώ απουσιάζουν, σχεδόν παντελώς, οι απαραίτητες πρόσφορες θεσμικές εγγυήσεις, και ιδίως εκείνες που εδράζονται επί του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αυτή την ανησυχητική κατεύθυνση σηματοδοτεί η πρόσφατη συνέντευξη του πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα κ. Τομ Μπάρακ.&nbsp; Στο πλαίσιο της συνέντευξης αυτής ο κ. Τομ Μπάρακ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία και τόνισε την ανάγκη διαμόρφωσης νέων δομών επικοινωνίας για την εξομάλυνση των σχέσεών τους.&nbsp; Δομών όμως που στηρίζονται αποκλειστικώς επί της οικονομικής συνδεσιμότητας για έναν θεσμοθετημένο διάλογο στην ευρύτερη περιοχή, από την Κασπία έως την Μεσόγειο.&nbsp; Έτσι όμως ο κ. Τομ Μπάρακ απέφυγε επιμελώς να διευκρινίσει πάνω σε ποια θεσμική και κανονιστική βάση θα θεμελιωθεί αυτή η οικονομική συνδεσιμότητα, με την πρόσθετη παρατήρηση ότι από το σκεπτικό του απουσίαζε επιδεικτικώς οιαδήποτε αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.&nbsp; Ο προφανής κίνδυνος που ελλοχεύει εξ αιτίας μιας τέτοιας αόριστης τοποθέτησης είναι το όλο εγχείρημα να βασισθεί στα αμιγώς οικονομικά κριτήρια μίας δήθεν «<em>δίκαιης διανομής</em>», με πρόδηλη περιθωριοποίηση ή και παντελή αγνόηση του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, κατ’ εξοχήν δε του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp; Οπότε και η μοίρα της Κύπρου σε έναν τέτοιο σχεδιασμό θα κριθεί όχι με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, αλλά πάνω στην «<em>προκρούστειακλίνη</em>» της «<em>επικυριαρχίας</em>» του «<em>οικονομικού</em>» επί του «<em>θεσμικού</em>».&nbsp; Κάτι το οποίο από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να θεωρείται αδιανόητο και, άρα, εκ προοιμίου απορριπτέο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α.</strong>&nbsp;Για τον λόγο αυτό είναι προφανής η ανάγκη να καταστούν ευθύς εξ αρχής σαφή, από την πλευρά της Ελλάδας και της Κύπρου και τα εξής: Ο καίριος ρόλος της Κύπρου στο πεδίο της κατά τα προεκτεθέντα ενεργειακής ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο -άρα και της σταθερότητας στην περιοχή αυτή- συνάγεται ευκρινώς και από τα σημεία του προμνημονευόμενου κοινού ανακοινωθέντος, τα οποία επικεντρώνονται στην αδήριτη ανάγκη αφενός προγραμματισμού και εκτέλεσης ευρύτερων έργων περιφερειακής διασύνδεσης, εν εξελίξει αλλά και μελλοντικών.&nbsp; Και, αφετέρου, στήριξης του στόχου διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής, με αντίστοιχη μείωση της εξάρτησης από μη «<em>φιλικούς</em>» παράγοντες αλλά και ενίσχυση της συνδεσιμότητας μεταξύ «<em>ομοϊδεατών</em>» φιλικών περιφερειακών εταίρων.&nbsp; Για να διαδραματίσει στο ακέραιο τον συγκεκριμένο αυτό ρόλο της η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει προηγουμένως να λυθεί το Κυπριακό Ζήτημα με πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ώστε το εν λόγω Κράτος να μπορεί να θωρακισθεί, επίσης στο ακέραιο και καταλλήλως, σε ό,τι αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;&nbsp;Κατ’ ακρίβεια δε η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να επανέλθει στο καθεστώς προ της προκλητικώς παράνομης τουρκικής εισβολής και κατοχής.&nbsp; Δηλαδή στο καθεστώς μιας Δημοκρατίας η οποία μπορεί να ασκεί, επίσης στο ακέραιο, τουλάχιστον την strictosensu Κυριαρχία της και όλα, ανεξαιρέτως, τα Κυριαρχικά της Δικαιώματα, με έμφαση σε εκείνα τα οποία θεσπίζει και κατοχυρώνει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ.&nbsp;&nbsp;Δυστυχώς, έως τώρα και μολονότι η Κυπριακή Δημοκρατία κλείνει δύο δεκαετίες ως πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) ουδέποτε ενεργοποιήθηκε επαρκώς -και οπωσδήποτε υπό όρους που ανταποκρίνονται στην Αρχή της Αλληλεγγύης προεχόντως κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ)- υπέρ της Κύπρου και εις βάρος της Τουρκίας.&nbsp; Οι μέσω της ΚΕΠΠΑ κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας για την κατάφωρη παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του Διεθνούς Δικαίου εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας απουσιάζουν επιδεικτικώς, ενώ ουδέποτε η Χώρα αυτή πιέσθηκε, ουσιαστικώς, για την υπό όρους Ευρωπαϊκού Δικαίου και Ευρωπαϊκής Νομιμότητας επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος. Δηλαδή υπό όρους ομοσπονδιακού τύπου Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, όπως απαιτεί το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα παρατέθηκαν προηγουμένως, επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι νοητή και αποδεκτή εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας μόνον υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτουν το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, φυσικά δίχως ουδεμία έκπτωση οιασδήποτε μορφής. Δοθέντος ότι μόνον έτσι μπορεί η λύση του Κυπριακού Ζητήματος να είναι δίκαιη και βιώσιμη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται τα εξής:</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β.</strong>&nbsp;<strong>Το Διεθνές Δίκαιο</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Το Διεθνές Δίκαιο προσδιορίζει τις κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος με πλειάδα ρυθμίσεων.</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li>Στις ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται, οπωσδήποτε, και τα κάθε είδους κανονιστικού περιεχομένου Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας τα οποία είναι, και μάλιστα κατ’ επανάληψη και ποικιλοτρόπως, απεριφράστως καταδικαστικά για την Τουρκία ήδη από το 1974, όταν και συντελέσθηκε η βάρβαρη εισβολή στην Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται, ότι τα πιο κρίσιμα εν προκειμένω Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας υπήρξαν  -και παραμένουν- προεχόντως τα εξής:</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>α)</strong><strong>&nbsp;</strong>Πριν απ’ όλα το&nbsp; αρχικό, βασικό, Ψήφισμα της 20.7.1974 αρ. 353/1974, για την απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής εισβολής και για την έκκληση-απόφαση πλήρους σεβασμού της Ανεξαρτησίας, της Κυριαρχίας και της Εδαφικής Ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp; Το Ψήφισμα αυτό επαναβεβαιώθηκε και συμπληρώθηκε επί το αυστηρότερο -ιδίως λόγω της συνέχισης&nbsp; και&nbsp; επέκτασης της τουρκικής εισβολής το 1974, της επίδειξης προκλητικής αδιαλλαξίας εκ μέρους της Τουρκίας και της από ανθρωπιστική έποψη θλιβερής κατάστασης των προσφύγων-&nbsp; με τα διαδοχικά Ψηφίσματα της 23.7.1974, αρ. 354/1974, 1.8.1974, αρ. 355/1974, 14.8.1974, αρ. 357/1974, 15.8.1974, αρ. 358/1974, 15.8.1974, αρ. 359/1974, 16.8.1974, αρ. 360/1974, 30.8.1974, αρ. 361/1974 και 13.12.1974, αρ. 364/1974.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>β)</strong><strong>&nbsp;</strong>Και ύστερα το,&nbsp; καθοριστικής σημασίας για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο, Ψήφισμα της 12.3.1975 αρ. 367/1975, με το οποίο καταδικάσθηκε,&nbsp; επίσης απεριφράστως, και θεωρήθηκε παντελώς ανυπόστατη η μονομερής, από πλευράς Τουρκίας, απόφαση της 13.2.1975 για την δημιουργία του διεθνώς πλήρως απομονωμένου έκτοτε ψευδοκράτους της «<em>Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου</em>».&nbsp;Σημειωτέον, ότι το ως άνω Ψήφισμα συμπληρώθηκε, ειδικώς ως προς τους κατά το Διεθνές Δίκαιο επιβεβλημένους όρους επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος,&nbsp; με τα Ψηφίσματα της 18.11.1983, αρ. 541/1983, 11.5.1984, αρ. 550/1984, 12.3.1990, αρ. 649/1990, 10.4.1992, αρ. 750/1992, 25.11.1992, αρ. 789/1992 και 29.6.1999, αρ. 1251/1999.&nbsp; Συγκεκριμένα δε με τα τελευταία αυτά Ψηφίσματα έγινε&nbsp; -και έκτοτε γίνεται παγίως-&nbsp; δεκτό ότι η σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστο, πως η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να είναι, δίχως άλλους όρους και προϋποθέσεις, Ανεξάρτητο Κράτος,&nbsp; με μία και μόνη Κυριαρχία, μία και μόνη Διεθνή Προσωπικότητα και μία και μόνη Ιθαγένεια, οργανωμένο πολιτειακώς υπό την μορφή Δικοινοτικής και Διζωνικής Ομοσπονδίας -άρα αποκλειομένου, οιονεί εξ ορισμού, του Συνομοσπονδιακού Κράτους-&nbsp; ενώ συνακόλουθα απορρίπτεται, και μάλιστα&nbsp; κατηγορηματικώς, κάθε «<em>προοπτική</em>» διχοτόμησης ή απόσχισης.</p>



<ol start="2" class="wp-block-list">
<li>Περαιτέρω, για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος βαρύνουσα είναι η σημασία των ρυθμίσεων του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ. Κυρίως δε των ρυθμίσεών της αναφορικά με την strictosensu Κυριαρχία και με τα επιμέρους Κυριαρχικά Δικαιώματα των Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>α)</strong><strong>&nbsp;</strong>Σύμβαση η οποία, όπως επισημάνθηκε ήδη ακροθιγώς, καταρτίσθηκε το 1982&nbsp; -ως «<em>Σύμβαση του</em><em>&nbsp;Montego</em>&nbsp;<em>Bay</em>»-&nbsp; και άρχισε να ισχύει από το 1995.&nbsp; Και Σύμβασης στην οποία έχει προσχωρήσει αυτοτελώς -ήτοι ως νομικό πρόσωπο, πέραν των νομικών προσώπων των Κρατών-Μελών της-&nbsp; η Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1998.&nbsp; Γεγονός&nbsp; που σημαίνει πως η Σύμβαση αυτή αποτελεί&nbsp; έκτοτε και αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, το οποίο αυτονοήτως δεσμεύει πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα Κράτη-Μέλη της. Πρέπει δε να δεσμεύει, σύμφωνα με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης του 1993 και της Μαδρίτης του 1995 όπως διαρκώς επικαιροποιούνται, και τα υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση Κράτη -όπως π.χ. η Τουρκία- κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 49 της ΣΕΕ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>β)</strong><strong>&nbsp;</strong>Ανεξαρτήτως τούτου, και σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η προμνημονευόμενη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας δεσμεύει και Κράτη, τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει σε αυτή&nbsp; -όπως και η Τουρκία- διότι, λόγω του ότι εν πάση περιπτώσει έχει προσχωρήσει σε αυτή ικανός αριθμός Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας, παράγει πλέον γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, δεσμευτικούς ergaomnes.&nbsp; Δηλαδή ακόμη και για τα Κράτη-Μέλη της Διεθνούς Κοινότητας που δεν την έχουν γραπτώς αποδεχθεί.&nbsp; Αυτό ισχύει τόσο περισσότερο για την Τουρκία όσο, καθώς η αντιφατική και προκλητική εξωτερική πολιτική της το αποδεικνύει,&nbsp; αποδέχεται την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας «<em>κατά το δοκούν</em>», όπως προκύπτει ανενδοιάστως και από την υπογραφή μεταξύ αυτής και της τότε φερόμενης ως Κυβέρνησης της Λιβύης του νομικώς παντελώς ανυπόστατου «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>», του 2019.&nbsp; Επισημαίνεται&nbsp; -προκειμένου να το προβάλλουμε αδιαλείπτως διεθνώς, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν συμβαίνει με την απαιτούμενη σταθερότητα και «<em>καθαρότητα</em>»-&nbsp; ότι το νομικώς παντελώς ανυπόστατο του «<em>τουρκολιβυκού μνημονίου</em>» έχει ρητώς αποδεχθεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με την σαφή απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019. Η δε&nbsp;<em>«πρωτοκόλληση»</em>&nbsp;του&nbsp;<em>«μνημονίου»</em>&nbsp;τούτου από τον ΟΗΕ το 2020 ουδένα νομικό κύρος προσθέτει ή διασφαλίζει σε αυτό αφού, όπως έχει&nbsp; αποδείξει η σχετική πρακτική τέτοιων&nbsp;<em>«πρωτοκολλήσεων»</em>&nbsp;διεθνών κειμένων, πρόκειται για καθαρώς τυπική διαδικασία που ουδόλως σχετίζεται με την αναγνώριση της&nbsp;<em>«κανονιστικής δυναμικής»</em><em>&nbsp;</em>των ποικιλόμορφων ως άνω κειμένων.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ. Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Πολύ περισσότερο βαρύνουσα όμως για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος είναι η σημασία και η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου.&nbsp; Και τούτο διότι, όπως ήδη τονίσθηκε,&nbsp; η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «<em>σκληρού πυρήνα</em>» της, της Ευρωζώνης.&nbsp; Κατά τούτο δεν νοείται δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Ζητήματος αν αυτή δεν είναι πλήρως σύμφωνη με το σύνολο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτίστως δε με τις θεμελιώδεις θεσμικές συντεταγμένες του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.&nbsp; Το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, κατ’ εξοχήν μέσω της θεμελιώδους για την θεσμική υπόσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΣΕΕ (άρθρα 1-12), θέτει συγκεκριμένες βασικές προϋποθέσεις ως προς την νομική και θεσμική υπόσταση ενός Κράτους, προκειμένου να είναι σε θέση να αποτελέσει, με την απαραίτητη αποτελεσματικότητα και διάρκεια, Κράτος-Μέλος της.&nbsp; Δηλαδή έτσι ώστε η συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα να μην υπονομεύει, dejure και defacto, την θεσμική και πολιτική συνοχή και προοπτική του, αρχής γενομένης από την συνεχή και αποτελεσματική εφαρμογή στην πράξη όλων, ανεξαιρέτως, των κανόνων της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δ. Οι κατ’ ελάχιστο προϋποθέσεις επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Από τα όσα ήδη παρατέθηκαν καθίσταται προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος, με πλήρη τήρηση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρέπει να πληροί, εν συνόλω, τις εξής προϋποθέσεις:</p>



<ol start="1" class="wp-block-list">
<li><strong>Πρώτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα. Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή.  Και τούτο πρωτίστως διότι πέραν του ότι μία τέτοια «<em>λύση»</em> είναι, εξ ορισμού, θνησιγενής και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πυρήνα του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Κυρίως δε με τις διατάξεις της ΣΕΕ, ως προς την πολιτειακή μορφή και την κυριαρχία των Κρατών-Μελών της.  Πραγματικά, αποτελεί κοινό νομικό και πολιτικό «<em>τόπο</em>» ότι Συνομοσπονδιακό Κράτος δεν μπορεί να είναι Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δοθέντος ότι δεν δύναται, εκ φύσεως, ν’ ανταποκριθεί, μεταξύ άλλων, στις απαιτήσεις επαρκούς τήρησης του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Αυτό και μόνον αποδεικνύει, δίχως αμφιβολία, μεταξύ άλλων και ότι το περιβόητο «<em>σχέδιο Ανάν</em>» για την Κύπρο όχι μόνο δεν υπήρξε «<em>χαμένη ευκαιρία</em>» αλλά, όλως αντιθέτως, αν εφαρμοζόταν -και με δεδομένο το ότι κατέληγε στην δημιουργία κράτους συνομοσπονδιακού τύπου-  θα οδηγούσε, νομοτελειακώς, στην διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση.</li>



<li><strong>Δεύτερον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίας<em>in globo</em><em>.</em><em> </em> Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</li>



<li><strong>Τρίτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.</li>



<li><strong>Τέταρτον</strong>, στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.</li>



<li><strong>Πέμπτον</strong>, η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, με εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τούτο σημαίνει πληρότητα και της<em>stricto</em> <em>sensu</em> Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- και της <em>lato</em> <em>sensu</em> Κυριαρχίας της, άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, με επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, π.χ. επί της Υφαλοκρηπίδας της και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της. Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου οι οποίοι ισχύουν <em>erga</em> <em>omnes</em>.</li>



<li><strong>Έκτον</strong> -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις τρίτων. Και στις «<em>εγγυήσεις»</em> αυτές περιλαμβάνονται ενδεχόμενες «<em>εγγυήσεις»</em> και της Μεγάλης Βρετανίας, ιδίως αφότου συντελέσθηκε το Brexit.</li>



<li>Και, <strong>έβδομον</strong>, τα προεκτεθέντα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποχωρήσουν, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, οι «<em>έποικοι»,</em>τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως, σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Τουρκία και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας στο ακέραιο όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαιώματά τους.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ε.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong> Η στάση της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Όσο για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα «<em>ισότιμη»</em>&nbsp;αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου -δηλαδή του «<em>θύτη»</em>&nbsp;με το «<em>θύμα»</em>&nbsp;της τουρκικής εισβολής και κατοχής-&nbsp;&nbsp; κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>perfectae</em>, αλλά σε πολλές περιπτώσεις από&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>minus</em>&nbsp;<em>quam</em>&nbsp;<em>perfectae</em>&nbsp;ή και&nbsp;<em>leges</em>&nbsp;<em>imperfectae</em>. Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «<em>χειμέρια</em>&nbsp;<em>νάρκη»</em>&nbsp; της ΚΕΠΠΑ και της Διεθνούς Νομιμότητας&nbsp;πρέπει να θέσουν, ως Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διεθνούς Κοινότητας, προ των ευθυνών τους τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς και εκείνους της Διεθνούς Κοινότητας επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής: Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας, &nbsp;καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει να καταδικασθεί -με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης-&nbsp;&nbsp;απεριφράστως και εμπράκτως και η συνεχιζόμενη εγκληματική τακτική της Τουρκίας εις βάρος της Μαρτυρικής Κύπρου.&nbsp; Διότι η επιλεκτική εφαρμογή της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας οδηγεί, μοιραίως, στην ουσιαστική αναίρεσή τους.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>VI</strong><strong>.</strong><strong>&nbsp;</strong><strong>Οι στρεβλώσεις των κανόνων αναθεώρησης του Συντάγματος υπονομεύουν νομοτελειακώς την θεσπισμένη αυστηρότητά του</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Η ιστορική αποτίμηση της ratiorevisendaeconstitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το&nbsp; 2019, μας παραπέμπει, αναγκαίως, σε μια έστω και συνοπτικώς κωδικοποιημένη υπενθύμιση των λόγων θέσπισης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, των σχετικών με την legeartis αναθεώρησή του.&nbsp; Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 είναι η πρώτη φορά στην συνταγματική μας ιστορία που και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων.&nbsp; Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.&nbsp; Για την ως άνω αναδρομή στις κανονιστικές ρίζες των διατάξεων του άρθρου 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος ίσως κάποιος αντιτείνει ότι πρόκειται&nbsp; για στοιχειώδεις νομικές έννοιες και γνώσεις, κοινώς γνωστές και αποδεκτές τουλάχιστον στην latosensu Νομική μας Κοινότητα. Όμως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τις ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος και πώς αυτές εξελίχθηκαν στην πράξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α. Μια βιωματική κατάθεση</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Ήδη από την αφετηρία ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία.&nbsp; Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986&nbsp; την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Στην&nbsp; αναθεώρηση μάλιστα του Συντάγματος του 2001&nbsp; μετείχα ως Εισηγητής αρχικώς και, στην συνέχεια, ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τέλος, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 την βίωσα ως εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ναι μεν κατά τον εκ του Συντάγματος ρόλο του δεν μετείχε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θεσμικώς στην αναθεωρητική διαδικασία, πλην όμως εκ συνταγματικού καθήκοντος την παρακολούθησα καθ’ όλη την διάρκειά της, ήτοι και στις δύο φάσεις της, πολλώ μάλλον όταν μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος.&nbsp; Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 – η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής- ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη.&nbsp; Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος έγκειται –όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια- στην δίχως άλλες πολιτικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις aposteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, intra και extramuros, να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης. Καταστατικός Χάρτης ο οποίος συνιστά, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που εγγυώνται, προεχόντως, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των&nbsp;<em>«δίδυμων»</em>&nbsp;θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα λοιπόν προς τις προμνημονευόμενες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, οι στόχοι των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1986 και του 2019 ήταν πολύ περισσότερο πολιτικοί και εμφανώς λιγότερο θεσμικοί. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε,&nbsp; κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά,&nbsp; μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την&nbsp; ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>B</strong><strong>. Η κανονιστική</strong><strong>&nbsp;sedes</strong>&nbsp;<strong>materiae</strong>&nbsp;<strong>των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος</strong></p>



<p class="wp-block-paragraph">Ύστερα από τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στην ρυθμιστική κανονιστική φυσιογνωμία των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, θεσμοθετούν –ας μου επιτραπεί αυτή η θεωρητική μεταφορά- το&nbsp;<em>«κανονιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης»</em>&nbsp;του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα την νομική εκείνη διεργασία, η οποία μέσα από την τήρηση των θεσπισμένων κατάλληλων διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων έναρξης και ολοκλήρωσης της αναθεώρησης επιτρέπει στο Σύνταγμα, κατά την ίδια την θεσμική του υπόσταση, να διατηρεί αενάως αμείωτη –ή και έτι περαιτέρω ενισχυμένη κατά τις περιστάσεις- την κανονιστική του εμβέλεια και, συνακόλουθα, ισχύ του, προσαρμοζόμενο καταλλήλως στις επίσης αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής υποδομής και πραγματικότητας που οφείλει να πλαισιώνει ρυθμιστικώς υπό όρους διαφάνειας και ρυθμιστικής ομαλότητας. Στην πράξη, ο εκ μέρους των ημετέρων πολιτικών ιθυνόντων θεσμικός εκφυλισμός των διατάξεων του Συντάγματος με απώτερο σκοπό και στόχο την με κάθε μέσο εκπλήρωση των επιδιώξεών τους, ο οποίος&nbsp; καταλήγει οιονείνομοτελειακώς στην προϊούσα κανονιστική συρρίκνωσή τους, εμφανίσθηκε κατά βάση με δύο τρόπους.&nbsp; Εκ των οποίων ο δεύτερος πλήττει κυρίως το θεσμικό κύρος των διατάξεων αλλά και αυτού τούτου του ρυθμιστικού ρόλου του Συντάγματος. Ο πρώτος τρόπος ανάγεται, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα, στην μέθοδο της inconcreto ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος όχι κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, αλλά κατά τις επιδιώξεις των πολιτικών&nbsp; ιθυνόντων και, επέκεινα, κατά τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετούν οι σχετικές αποφάσεις τους.&nbsp; Όπως είναι προφανές η μέθοδος αυτή, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών του Συντάγματος διατάξεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στις κυβερνητικές επιδιώξεις, καταλήγει, μέσω μιας σαφώς παραμορφωτικής ερμηνείας των διατάξεων τούτων, όχι βεβαίως σε έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας αλλά, econtrario και κατ’ αποτέλεσμα, σε ένα είδος ελέγχου της νομιμότητας των εφαρμοστέων κατά περίπτωση ρυθμίσεων&nbsp; του Συντάγματος.&nbsp; Πρέπει δε να προστεθεί, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, και ότι για να καταστεί εφικτή η κατά τα προμνημονευόμενα πραγμάτωση διά της κανονιστικής οδού των επιδιώξεων των πολιτικών&nbsp; ιθυνόντων, μέσω της διαστρεβλωτικής σύμφωνης με τις νομοθετικές ρυθμίσεις ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και του επέκεινα θεσμικώς αδιανόητου ελέγχου της νομιμότητας του Συντάγματος, απαιτείται, αναγκαίως, και η σύμπραξη των&nbsp; λειτουργών&nbsp; της Δικαιοσύνης.&nbsp; Των οποίων η αντίστοιχη διευκόλυνση εν προκειμένω έχει αρκετές φορές διαπιστωθεί στο παρελθόν αλλά και σήμερα.&nbsp; Είναι&nbsp; άκρως χαρακτηριστικό το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων νόμων, οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αντικείμενο το καθεστώς επιλογής των μελών και τις αρμοδιότητες Ανεξάρτητων Αρχών, και δη συνταγματικώς κατοχυρωμένων, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο &nbsp;Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ).&nbsp; Αυτή η δικαστική «<em>συνδρομή</em>» σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των κυβερνητικών επιδιώξεων δια της συρρίκνωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν η αντισυνταγματικότητα των επίμαχων και επίδικων νομοθετικών&nbsp; ρυθμίσεων&nbsp; είναι κατάδηλη και δεν μπορεί να παρακαμφθεί επιστρατεύεται το «<em>φίλτρο</em>» του δικονομικώς απαραδέκτου.&nbsp; Ήτοι η εκ μέρους του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου -ακόμη και ανωτάτου-&nbsp; επίκληση λόγων του παραδεκτού για την τύποις απόρριψη του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου, με συνηθέστερο λόγο εκείνον της έλλειψης του απαιτούμενου προσωπικού, άμεσου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος.&nbsp; Έτσι ώστε, δήθεν,&nbsp; το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην μετατρέπεται στην πράξη σε μια actiο popularis.<strong>&nbsp;&nbsp;</strong>Και ο δεύτερος τρόπος ανάγεται στην ευθεία επέμβαση επί του ρυθμιστικού πλαισίου του Συντάγματος διά της αναθεώρησης διατάξεών του, όχι διότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο δεν είχε θεσπισθεί επιτυχώς ως προς την αντιστοίχως επιδιωκόμενη ratioconstitutionis, αλλά απλώς διότι οι ρυθμίσεις τους όσο και αν ερμηνεύονταν με την&nbsp; μέγιστη, ακόμη δε και σχεδόν διαστρεβλωτική, ευρύτητα δεν&nbsp; επέτρεπαν την εκπλήρωση των επιδιώξεων των ηγητόρων της Εκτελεστικής Εξουσίας -με άλλες λέξεις του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- κατά την&nbsp; επιδίωξη της ικανοποίησης των πολιτικών τους στόχων και σκοπιμοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή συμπράττει, εμφανώς και ευθέως, προσφάτως και μέρος της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας, όταν σπεύδει να ερμηνεύσει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι με βάση το ισχύον Σύνταγμα αλλά -κάτι εντελώς πρωτόγνωρο στα συνταγματικά μας δεδομένα- με όσα πρόκειται, κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, να συμβούν ύστερα από προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος.&nbsp; Πρόκειται για μια νομικώς προδήλως εσφαλμένη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος με βάση την «<em>προσδοκία αναθεώρησής</em>» του.&nbsp; Μέθοδο η οποία οδηγεί, με ακόμη μεγαλύτερη διακινδύνευση, όχι μόνο προς την περαιτέρω κανονιστική συρρίκνωση του Συντάγματος αλλά ακόμη και στην δεδομένη ρυθμιστική περιθωριοποίησή του.&nbsp;Πολλώ μάλλον όταν μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εκείνοι που επιχειρούν να εφαρμόσουν υπ’ αυτή την λογική τις διατάξεις του Συντάγματος προδικάζουν,&nbsp; και δη αυθαιρέτως, από την μια πλευρά το ενδεχόμενο της αναθεώρησής τους και, από την άλλη πλευρά, το ίδιο το περιεχόμενο το οποίο θα έχουν τελικώς οι κατά την εκτίμησή τους υπό αναθεώρηση διατάξεις.</p>



<iframe width="560" height="315" src="https://www.youtube.com/embed/78VjBOF9eXs?si=DhFrW0vcQDhEpttM" title="YouTube video player" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η φιλοσοφική σκέψη για τα δικαιώματα του ανθρώπου στο πλαίσιο των κλασικών πολιτισμών</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2025/06/26/pavlopoulos-i-filosofiki-skepsi-gia-ta/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Jun 2025 11:01:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1059867</guid>

					<description><![CDATA[Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παρέστη σήμερα και απηύθυνε χαιρετισμό στα εγκαίνια της Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, η οποία έχει την έδρα της στο Ελληνικό. Στην συνέχεια ο κ. Παυλόπουλος μίλησε, στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα την «Φιλοσοφική σκέψη για τα  Δικαιώματα του Ανθρώπου στο πλαίσιο των Κλασικών [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ο<strong> </strong>πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός κ. Προκόπιος Παυλόπουλος παρέστη σήμερα και απηύθυνε χαιρετισμό στα εγκαίνια της Κινεζικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, η οποία έχει την έδρα της στο Ελληνικό. Στην συνέχεια ο κ. Παυλόπουλος μίλησε, στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα την <em>«Φιλοσοφική σκέψη για τα  Δικαιώματα του Ανθρώπου στο πλαίσιο των Κλασικών Πολιτισμών»</em>, με αντικείμενο την περί Ελευθερίας θεωρία  του Επικτήτου εντός του πεδίου  της Στωικής Φιλοσοφίας.</h3>



<p class="wp-block-paragraph">Στην ομιλία του επισήμανε ιδίως το πόσο η σκέψη αυτή είναι, τουλάχιστον εν πολλοίς, κοινή στους κατ’ τ’ ανωτέρω Κλασικούς Πολιτισμούς. Ειδικότερα, ο κ. Παυλόπουλος τόνισε ότι η κατά τον Επίκτητο Ελευθερία συμπυκνώνεται  στην δύναμη του Ανθρώπου να αναχαιτίζει την, καταστροφική πολλές φορές για τον βίο του, ροπή διαρκούς επιδίωξης απόκτησης αγαθών. Κατ’ εξοχήν δε αγαθών τα οποία  δεν είναι χρήσιμο ή και δεν είναι εφικτό  να αποκτήσει. </p>



<p class="wp-block-paragraph">Περαιτέρω ο κ. Παυλόπουλος ανέδειξε ότι η προαναφερόμενη θεωρία του Επικτήτου περί Ελευθερίας είναι πάντα επίκαιρη και στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Κυρίως καθ’ ο μέτρο συμβάλλει στην κατανόηση του ότι εντός αυτής η άσκηση του κάθε είδους δικαιώματος δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά έχει όρια που καθορίζονται προεχόντως από το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία. Όρια, τα οποία ο Άνθρωπος πρέπει να σέβεται συνειδητώς και όχι υπό καθεστώς καταναγκασμού.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Οι στρεβλώσεις των κανόνων αναθεώρησης του Συντάγματος υπονομεύουν νομοτελειακώς την θεσπισμένη αυστηρότητά του</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2025/06/10/pavlopoulos-oi-strevloseis-ton-kanon/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 10 Jun 2025 12:53:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=1053006</guid>

					<description><![CDATA[Ομιλία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού κ.Προκόπη Παυλοπούλου με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975» στο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν -υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων- ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο. Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Ομιλία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκού κ.Προκόπη Παυλοπούλου με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975» στο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν -υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων- ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο.</h3>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ως συμπροεδρεύων στην Β΄ Ενότητα -με θέμα «Οι αναθεωρητικές τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου: 1986, 2001, 2008, 2018 και η μετεξέλιξη του Συντάγματος του 1975»- του διήμερου Συνεδρίου που συνδιοργάνωσαν, μεταξύ 10 και 11 Ιουνίου 2025, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων ο «Κύκλος Ιδεών», η «ΔιαΝΕΟσις» και το «Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών» στο Ζάππειο Μέγαρο, με γενική θεματική: «Πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Η συνταγματική υπόσχεση της Μεταπολίτευσης και η ποιότητα της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η ιστορική αποτίμηση της ratiorevisendaeconstitutionis στο πεδίο των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1975, διαδοχικώς το 1986, το 2001, το 2008 και το 2019, μας παραπέμπει, αναγκαίως, σε μια έστω και συνοπτικώς κωδικοποιημένη υπενθύμιση των λόγων θέσπισης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, των σχετικών με την legeartis αναθεώρησή του. Και στο σημείο αυτό, προφανώς για λόγους πιστής απόδοσης της συνταγματικής μας πραγματικότητας και πρακτικής, πρέπει να τονισθεί ότι υπό το καθεστώς εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος του 1975 είναι η πρώτη φορά στην συνταγματική μας ιστορία που και οι διατάξεις του κατά κανόνα εφαρμόζονται, ως προς σημαντικό μέρος, ικανοποιητικώς και οι αναθεωρήσεις του ξεκινούν και ολοκληρώνονται με πιστή τήρηση των ειδικών προς τούτο διαδικαστικών συνταγματικών προβλέψεων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι από το 1975 και ύστερα βιώνουμε, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, την πιο ομαλή περίοδο συνταγματικώς ρυθμισμένης διακυβέρνησης στην ιστορία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ι. Η εμπειρία των αναθεωρήσεων του ισχύοντος Συντάγματος<br></strong>Για την ως άνω αναδρομήστις κανονιστικές ρίζες των διατάξεων του άρθρου 110 περί αναθεώρησης του Συντάγματος ίσως κάποιος αντιτείνει ότι πρόκειται για στοιχειώδεις νομικές έννοιες και γνώσεις, κοινώς γνωστές και αποδεκτές τουλάχιστον στην latosensu Νομική μας Κοινότητα. Όμως μάλλον κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αν αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τις ως άνω αναθεωρήσεις του Συντάγματος και πώς αυτές εξελίχθηκαν στην πράξη.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α. Μια βιωματική κατάθεση<br></strong>Ήδη από την αφετηρία ας μου επιτραπεί να καταθέσω, φυσικά εν συντομία, την προσωπική μου εμπειρία. Δοθέντος ότι την μεν αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986 την βίωσα ως Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις δε αναθεωρήσεις του Συντάγματος του 2001 και 2008 συμμετείχα ενεργώς ως μέλος των αντίστοιχων αναθεωρητικών Βουλών. Στην αναθεώρηση μάλιστα του Συντάγματος του 2001 μετείχα ως Εισηγητής αρχικώς και, στην συνέχεια, ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, τότε Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Τέλος, την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2019 την βίωσα ως εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ναι μεν κατά τον εκ του Συντάγματος ρόλο του δεν μετείχε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θεσμικώς στην αναθεωρητική διαδικασία, πλην όμως εκ συνταγματικού καθήκοντος την παρακολούθησα καθ’ όλη την διάρκειά της, ήτοι και στις δύο φάσεις της, πολλώ μάλλον όταν μεταξύ των αναθεωρητέων διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι περί εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β.«Γνήσιες» και «μη γνήσιες» αναθεωρήσεις<br></strong>Υπ’ αυτό το βιωματικό πρίσμα θεωρώ ότι από τις κατά τ΄ ανωτέρω τέσσερις αναθεωρήσεις του Συντάγματος μόνον εκείνες του 2001 και του 2008 – η τελευταία οπωσδήποτε ελλιπής λόγω των πολιτικών συνθηκών και σκοπιμοτήτων της εποχής- ολοκληρώθηκαν με πλήρη τήρηση του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, δηλαδή με πλήρη τήρηση όχι μόνο των διαδικαστικών αλλά και των ουσιαστικών, στην ολότητά τους, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Καταστατικού μας Χάρτη. Ενώ κατά τις δύο άλλες βεβαίως και τηρήθηκαν πιστά κυρίως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου αυτού, όμως οι αναθεωρητικές πλειοψηφίες στις δύο Βουλές απομακρύνθηκαν, έστω και εν μέρει, από τον θεσμικώς δέοντα σεβασμό του ρυθμιστικού πνεύματός τους. Σεβασμό ο οποίος έγκειται –όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια- στην δίχως άλλες πολιτικές σκοπιμότητες επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος, ώστε μέσα από την επιβεβλημένη προσαρμογή τους στις aposteriori ουσιώδεις μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, intra και extramuros, να διατηρήσει την κανονιστική ικμάδα του ως υπέρτερης τυπικής ισχύος Καταστατικός Χάρτης. Καταστατικός Χάρτης ο οποίος συνιστά, ταυτοχρόνως, την βάση και την κορυφή της Έννομης Τάξης στο πλαίσιο των θεσμικών αντηρίδων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας που εγγυώνται, προεχόντως, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τον θεσμικό προορισμό τους και την στήριξη των «δίδυμων» θεσμικών πυλώνων της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου. Αντίθετα λοιπόν προς τις προμνημονευόμενες επιταγές των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, οι στόχοι των αναθεωρήσεων του Συντάγματος του 1986 και του 2019 ήταν πολύ περισσότερο πολιτικοί και εμφανώς λιγότερο θεσμικοί. Δοθέντος ότι από την μια πλευρά μέσω της αναθεώρησης του 1986 επιδιώχθηκε, και τελικώς επήλθε, κυρίως η κανονιστική απομείωση του εν γένει ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και η εμπέδωση των βάσεων ενός καταδήλως πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος. Και, από την άλλη πλευρά, μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2019 -και προκειμένου να αποφεύγεται εν πάση περιπτώσει η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές- καταργήθηκε η αυξημένη πλειοψηφία που διασφάλιζε την ουσιωδώς συναινετική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα σε σημείο ώστε αυτή να καθίσταται εφικτή ακόμη και με την σχετική πλειοψηφία των Βουλευτών, άρα ακόμη και από μία περιστασιακή κυβερνητική πλειοψηφία.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>ΙΙ. Η κανονιστική sedesmateriae των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος<br></strong>Ύστερα από τα προεκτεθέντα επανέρχομαι στην ρυθμιστική κανονιστική φυσιογνωμία των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι οι διατάξεις αυτές, κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, θεσμοθετούν –ας μου επιτραπεί αυτή η θεωρητική μεταφορά- το «κανονιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης και επιβίωσης» του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα την νομική εκείνη διεργασία, η οποία μέσα από την τήρηση των θεσπισμένων κατάλληλων διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων έναρξης και ολοκλήρωσης της αναθεώρησης επιτρέπει στο Σύνταγμα, κατά την ίδια την θεσμική του υπόσταση, να διατηρεί αενάως αμείωτη –ή και έτι περαιτέρω ενισχυμένη κατά τις περιστάσεις- την κανονιστική του εμβέλεια και, συνακόλουθα, ισχύ του, προσαρμοζόμενο καταλλήλως στις επίσης αέναες μεταβολές της κοινωνικοοικονομικής υποδομής και πραγματικότητας που οφείλει να πλαισιώνει ρυθμιστικώς υπό όρους διαφάνειας και ρυθμιστικής ομαλότητας.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α.Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και οι κανονιστικές επιπτώσεις του<br></strong>Τον ως άνω νομικό νεολογισμό περί «ενστίκτου αυτοσυντήρησης και επιβίωσης» του Συντάγματος τεκμηριώνει επαρκώς, πάντα κατά την γνώμη μου, η ίδια η κατά τα προεκτεθέντα κανονιστική ιδιοσυστασία του ως Θεμελιώδους Νόμου, βάσης και κορυφής της Έννομης Τάξης. Ειδικότερα, για να εκπληρώνει αυτή την κρίσιμη κανονιστική του λειτουργία και αποστολή το Σύνταγμα πρέπει να ισχύει και να εφαρμόζεται στην πράξη, και δη υπό την πρόσθετη προϋπόθεση της απρόσκοπτης ενεργοποίησης των κυρωτικών μηχανισμών σε περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του, κατά τα προτάγματα του θεσμικού πλαισίου του Κράτους Δικαίου. Με άλλα λόγια το Σύνταγμα θεσπίζεται και λειτουργεί ως Θεμελιώδης Νόμος και Καταστατικός Χάρτης της Έννομης Τάξης μόνον εφόσον και καθ’ ό μέτρο εφαρμόζεται, και μάλιστα στο ακέραιο, στην πράξη. Econtrario, η μη εφαρμογή του Συντάγματος το αποστεώνει κανονιστικώς και ρυθμιστικώς και το καθιστά γράμμα κενό περιεχομένου, παντελώς απρόσφορο να φέρει σε πέρας την θεσμική του λειτουργία και αποστολή στο ευρύτερο πεδίο των εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">1.Η deconstitutionelata πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και η επέκεινα επιβεβαίωση ή και ισχυροποίηση του κανονιστικού περιεχομένου τους προϋποθέτει, κατ’ εξοχήν, την ρυθμιστική τους καταλληλότητα στον βαθμό που απαιτείται για να πλαισιώνουν κανονιστικώς με επάρκεια και σύμφωνα με τα προτάγματα των θεσμοθετημένων εγγυήσεων του Συντάγματος την αντίστοιχη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα η οποία στην εποχή μας εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, κυρίως εξαιτίας της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της Τεχνολογίας που μοιραίως –και κατ’ ακρίβεια νομοτελειακώς-καθιστούν επιβεβλημένη την κατά καιρούς κανονιστική αναθεωρητική επικαιροποίηση των διατάξεων του Συντάγματος. Επικαιροποίηση η οποία πρέπει να συντελείται με γνώμονα την διατήρηση και θωράκιση της ρυθμιστικής του εμβέλειας, οπωσδήποτε όμως δίχως αλλοίωση των θεμελιωδών του χαρακτηριστικών και δεδομένων ως Καταστατικού Χάρτη που συνιστά την κανονιστική σπονδυλική στήλη της Έννομης Τάξης εντός του πλαισίου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">2.Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η deconstitutionelata πλήρης και αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος και η επέκεινα επιβεβαίωση ή και ισχυροποίηση του κανονιστικού τους περιεχομένου είναι εκείνη που, κατ’ ουσίαν, καταστρώνει αλλά και οριοθετεί ρυθμιστικώς την διαδικασία αναθεώρησής τους. Και το πράττει με αποκλειστικό στόχο την υπεράσπιση της αντίστοιχης κανονιστικής τους ισχύος, οπωσδήποτε όμως δίχως να θίγεται ο σκληρός πυρήνας των αρχικών προβλέψεων του Συντάγματος, όπως αυτές καθιερώθηκαν εκ μέρους της αρμόδιας Βουλής κατ’ ενάσκηση Συντακτικής Εξουσίας. Συντακτικής Εξουσίας η οποία εκ φύσεως και εξ ορισμού διέθετε προδήλως αυξημένη δημοκρατική νομιμοποίηση, αναλόγως διακριτή εκείνης την οποία εν συνεχεία διαθέτει η Βουλή κατά την ενάσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Κατά τούτο λοιπόν δικαιολογείται η κανονιστική ιδιοσυστασία των περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεων του άρθρου 110, οι οποίες κατά νομική λογική ακολουθία εγγυώνται και τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Δηλαδή την αναθεώρησή του κατά πρώτο λόγο με πρωταρχική επιδίωξη την κανονιστική επικαιροποίησή του και την διατήρηση της υπέρτερης ρυθμιστικής του ισχύος, κάτι το οποίο αντιτίθεται, τουλάχιστον κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος, στην αναθεώρησή του προς επιδίωξη αμιγώς πολιτικών και, πολύ περισσότερο, κομματικών σκοπιμοτήτων. Και, κατά δεύτερο λόγο, με αδιάπτωτο σεβασμό του αυστηρού χαρακτήρα του, αφού μόνον ο αυστηρός αυτός χαρακτήρας εγγυάται την διατήρηση της υπέρτερης τυπικής ισχύος των διατάξεών του έναντι όλων των λοιπών διατάξεων της Έννομης Τάξης, κατά συνέπεια δε την ρυθμιστική του υπόσταση ως Καταστατικού Χάρτη της όλης πολιτειακής οργάνωσης και λειτουργίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Β.Η υπεράσπιση του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος έναντι των αναθεωρήσεων των διατάξεών του υπό τα καυδιανά δίκρανα πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων<br>Αυτόν ακριβώς τον αυστηρό χαρακτήρα -και υπ’ αυτά ακριβώς τα κανονιστικά χαρακτηριστικά- θεσπίζουν και εγγυώνται οι περί αναθεώρησης του Συντάγματος διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Διατάξεις οι οποίες θεσπίζουν, όπως είναι ευνόητο, αυτοθρόως τόσον ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης, μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται, στο διηνεκές, ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος και η πλήρης διαφοροποίησή του, από πλευράς θέσπισης αλλά και κανονιστικής εμβέλειας, από τον τυπικό νόμο και τις λοιπές, υποδεέστερης τυπικής ισχύος έναντι του Συντάγματος, διατάξεις της Έννομης Τάξης.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">α) Και οι μεν ουσιαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος -ήτοι οι προϋποθέσεις αναθεώρησής του rationemateriae-αφορούν ιδίως τις μη αναθεωρητέες διατάξεις, δηλαδή αυτές που καλύπτονται από την λεγόμενη «ρήτρα αιωνιότητας»,κατά την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος. Ενώ οι διαδικαστικές προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 2, 3, 4 και 6, αφορούν διαδοχικώς κυρίως τις εγγυήσεις: Της υπερψήφισης, σε μια τουλάχιστον ψηφοφορία, των αναθεωρητέων διατάξεων από την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των Βουλευτών, της παρεμβολής εκλογών κατά την αναθεωρητική διαδικασία ώστε η υπερψήφιση των αναθεωρητέων διατάξεων να στηρίζεται σε νωπή δημοκρατική νομιμοποίηση και της διαδρομής μιας πενταετίας από την περάτωση της προηγούμενης αναθεώρησης.</p>



<p class="wp-block-paragraph">β) Καθ’ ό μέτρο οι προμνημονευόμενες προϋποθέσεις αναθεώρησης του Συντάγματος εγγυώνται, κατά τα προεκτεθέντα, τον αυστηρό χαρακτήρα του πρέπει να γίνει δεκτό ότι ως εκ της κανονιστικής τους φύσεως οι διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος δεν είναι αναθεωρητέες. Άρα μόνο κατ’ οικονομία είναι επιτρεπτό να αναθεωρηθούν και μόνον ως προς ήσσονος σημασίας διαδικαστικές ρυθμίσεις, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν επιτρέπεται να απομειώνουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, το κανονιστικό πλαίσιο των κατά τα ως άνω βασικών, ουσιαστικών αλλά και διαδικαστικών, προϋποθέσεων αναθεώρησης του Συντάγματος. Υπό διαφορετική εκδοχή ουδείς μπορεί να προβλέψει και να αποτρέψει το ενδεχόμενο μιας σταδιακής μακροπρόθεσμης αναθεώρησης των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος η οποία θα αποδυναμώσει επωδύνως τον αυστηρό χαρακτήρα του και, σε τελική ανάλυση, θα οδηγήσει σε μια μορφή διαβρωτικής κανονιστικώς ισοτιμίας μεταξύ συνταγματικών διατάξεων και ρυθμίσεων του τυπικού νόμου. Και είναι τότε που το Σύνταγμα θα έχει απωλέσει, μαζί με την αυστηρότητά του, και τις κατά τα προεκτεθέντα ιδιότητές του ως Θεμελιώδους Νόμου και Καταστατικού Χάρτη στο πλαίσιο της Έννομης Τάξης της γνήσιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και ακόμη χειρότερα το Σύνταγμα θα μεταπέσει σε ρυθμιστικό όργανο στην διακριτική ευχέρεια της οιασδήποτε περιστασιακής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η οποία μέσω του πάλαι ποτέ διαλάμψαντος ισχυρού καταστατικού του κύρους θα περιβάλει με συνταγματικό μανδύα -ή θα καλύπτει υπό συνταγματική λεοντή- τις πολιτικές και κομματικές της επιδιώξεις. Είναι προφανές ότι μια τέτοια κανονιστικώς δυστοπική προοπτική για το μέλλον του Συντάγματος εντείνει δραματικά τα ήδη σαφώς ορατά συμπτώματα της παρακμιακής πορείας της ίδιας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ιδίως δε τα συμπτώματα της παρακμιακής πορείας της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">2.Στις προαναφερόμενες διακινδυνεύσεις σε ό,τι αφορά τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος μέσω αλλοίωσης της deconstitutionelata διαδικασίας αναθεώρησής του μπορεί και πρέπει να προστεθεί μια εξαιρετικά ανησυχητική τάση και στάση και των τριών Εξουσιών, ιδίως δε της Εκτελεστικής Εξουσίας με αιχμή του δόρατος την εκάστοτε Κυβέρνηση. Πρόκειται για την τάση και στάση να αντιμετωπίζουν την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος όχι τόσο ως μια διαδικασία η οποία, κατά την θεσμική φύση της, προορίζεται να υπερασπισθεί την κατά το γράμμα και το πνεύμα τους κανονιστική ενεργοποίησή τους στην πράξη. Αλλά μάλλον ως μέσο αφενός αυξημένου κύρους κανονιστικού εγκιβωτισμού των κατά καιρούς πολιτικών επιλογών και σκοπιμοτήτων τουςκαι, αφετέρου, ανεπιτυχώς συγκεκαλυμμένης θεσμικής απενοχοποίησης των τελευταίων μέσω ρυθμίσεων αυξημένης τυπικής ισχύος. Κάτι το οποίο, δίχως αμφιβολία, παραμορφώνει εμφανώς την κανονιστική ιδιοσυστασία του Συντάγματος ως Θεμελιώδους Νόμου -ήτοι, και όπως ήδη τονίσθηκε, ως βάσης και κορυφής της Έννομης Τάξης- πάνω στην προκρούστεια κλίνη των ανομολόγητων ή και τεχνηέντως ομολογημένων, κατά περίσταση, προθέσεων και αντίστοιχων σκοπιμοτήτων που κρύβονται πίσω από αυτές τις επιλογές τους.</p>



<p class="wp-block-paragraph">α) Βεβαίως, το φαινόμενο μιας τέτοιας παραμόρφωσης δεν είναι καινοφανές, κάθε άλλο. Ανατρέχει στο παρελθόν, απώτερο και πρόσφατο, με ποικίλες μορφές και εκφάνσεις και αντίστοιχες εντάσεις. Όμως απέκτησε ενδημικές, κυριολεκτικώς, διαστάσεις στο πλαίσιο της Ελληνικής Έννομης Τάξης κατ’ εξοχήν μετά την έκρηξη της δραματικής οικονομικής κρίσης από το 2010 και έπειτα, ενώ συνεχίζεται με αμείωτη -ίσως μάλιστα ενισχυμένη- εμμονή έως σήμερα. Τίποτα δε, δυστυχώς, δεν προοιωνίζεται ότι κάτι μπορεί να αλλάξει επί τα βελτίω στο άμεσο μέλλον, και μακάρι να διαψευσθώ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">α1) Ειδικότερα, και προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις άνωθεν εκπορευόμενες απαιτήσεις λήψης εξαιρετικά επώδυνων μέτρων για την έξοδο από την οικονομική κρίση και υπό τα καυδιανά δίκρανα της επικυριαρχίας του οικονομικού επί του θεσμικού -επικυριαρχίας που επέβαλαν οι αλόγιστες και εν πολλοίς εσφαλμένες απαιτήσεις του ΔΝΤ- οι Κυβερνήσεις στην Χώρα μας άρχισαν να χρησιμοποιούν το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία ως ένα ιδιότυπο σχεδόν μη δεσμευτικό κανονιστικώς κείμενο. Και συγκεκριμένα όχι τόσο ως Θεμελιώδη Νόμο, οι επιταγές του οποίου πρέπει να καθοδηγούν τα βήματα της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, υπό την εγγυητική παρέμβαση των εφοδιασμένων με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία στελεχών της Δικαστικής Εξουσίας στο πεδίο της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.Αλλά πολύ περισσότερο ως θεσμικό μέσο προορισμένο να προσδώσει το αναγκαίο κανονιστικό κύρος προκειμένου να εκπληρωθούν οι υπό προϋποθέσεις έξωθεν καταναγκασμού, κατά τα ως άνω, κυβερνητικές επιδιώξεις με πολιτικό ορίζοντα την έξοδο από την οικονομική κρίση.<br>α2) Κατ’ ακρίβεια, η πρώην αναγκαστική και επ’ εσχάτων οικεία βουλήσει πλέον επιδίωξη εκπλήρωσης τέτοιων κυβερνητικών επιδιώξεων μέσω του Συντάγματος έχει πάρει, περίπου ή και στο ακέραιο, την εξής παραθεσμική μορφή: Η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος, κατά την θέσπιση και ενεργοποίηση της εκτελεστικής τους νομοθεσίας, δεν γίνεται με αποκλειστικό γνώμονα τις παραδοσιακές ερμηνευτικές μεθόδους, και προεχόντως τις μεθόδους της τελεολογικής, της γραμματικής και της συστηματικής ερμηνείας. Όλως αντιθέτως, η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του Συντάγματος επιχειρείται, από κυβερνητικής πλευράς -και συχνά, δυστυχώς, με την επικουρία της Δικαιοσύνης- έτσι ώστε να πραγματοποιηθούν οι επιδιώξεις της και οι αντίστοιχες επιλογές της με τρόπο ώστε ένα θεσμικώς πρόσφορο κανονιστικό «φύλλο συκής» να συγκαλύψει καταλλήλως τα πρόδηλα νομικά τους ελαττώματα. Και, επέκεινα, να καλλιεργήσει, με κάθε πολιτικό τίμημα, την ψευδαίσθηση στους αποδέκτες των εκάστοτε αντισυνταγματικών νομοθετικών ρυθμίσεων ότι τηρούνται επιμελώς τα προσχήματα του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας, κατά τα στοιχειώδη προτάγματα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.</p>



<p class="wp-block-paragraph">β) Στην πράξη, ο εκ μέρους των ημετέρων πολιτικών ιθυνόντων θεσμικός εκφυλισμός των διατάξεων του Συντάγματος με απώτερο σκοπό και στόχο την με κάθε μέσο εκπλήρωση των επιδιώξεών τους, ο οποίος καταλήγει οιονείνομοτελειακώς στην προϊούσα κανονιστική συρρίκνωσή τους, εμφανίσθηκε κατά βάση με δύο τρόπους. Εκ των οποίων ο δεύτερος πλήττει κυρίως το θεσμικό κύρος των διατάξεων αλλά και αυτού τούτου του ρυθμιστικού ρόλου του Συντάγματος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">β1) Ο πρώτος τρόπος ανάγεται, κατά τα ακροθιγώς προεκτεθέντα, στην μέθοδο της inconcreto ερμηνείας και εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων του Συντάγματος όχι κατά το γράμμα και το πνεύμα τους, αλλά κατά τις επιδιώξεις των πολιτικών ιθυνόντων και, επέκεινα, κατά τις σκοπιμότητες τις οποίες εξυπηρετούν οι σχετικές αποφάσεις τους. Όπως είναι προφανές η μέθοδος αυτή, σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των εκτελεστικών του Συντάγματος διατάξεων προκειμένου να προσαρμοσθούν στις κυβερνητικές επιδιώξεις, καταλήγει, μέσω μιας σαφώς παραμορφωτικής ερμηνείας των διατάξεων τούτων, όχι βεβαίως σε έναν γνήσιο έλεγχο συνταγματικότητας αλλά, econtrario και κατ’ αποτέλεσμα, σε ένα είδος ελέγχου της νομιμότητας των εφαρμοστέων κατά περίπτωση ρυθμίσεων του Συντάγματος. Πρέπει δε να προστεθεί, και μάλιστα με ιδιαίτερη έμφαση, και ότι για να καταστεί εφικτή η κατά τα προμνημονευόμενα πραγμάτωση διά της κανονιστικής οδού των επιδιώξεων των πολιτικών ιθυνόντων, μέσω της διαστρεβλωτικής σύμφωνης με τις νομοθετικές ρυθμίσεις ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και του επέκεινα θεσμικώς αδιανόητου ελέγχου της νομιμότητας του Συντάγματος, απαιτείται, αναγκαίως, και η σύμπραξη των λειτουργών της Δικαιοσύνης. Των οποίων η αντίστοιχη διευκόλυνση εν προκειμένω έχει αρκετές φορές διαπιστωθεί στο παρελθόν αλλά και σήμερα. Είναι άκρως χαρακτηριστικό το εντελώς πρόσφατο παράδειγμα του ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων νόμων, οι οποίοι θεσπίσθηκαν με αντικείμενο το καθεστώς επιλογής των μελών και τις αρμοδιότητες Ανεξάρτητων Αρχών, και δη συνταγματικώς κατοχυρωμένων, όπως π.χ. το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) και η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ). Αυτή η δικαστική «συνδρομή» σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των κυβερνητικών επιδιώξεων δια της συρρίκνωσης του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε όταν η αντισυνταγματικότητα των επίμαχων και επίδικων νομοθετικών ρυθμίσεων είναι κατάδηλη και δεν μπορεί να παρακαμφθεί επιστρατεύεται το «φίλτρο» του δικονομικώς απαραδέκτου. Ήτοι η εκ μέρους του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου -ακόμη και ανωτάτου- επίκληση λόγων του παραδεκτού για την τύποις απόρριψη του ασκηθέντος ένδικου βοηθήματος ή μέσου, με συνηθέστερο λόγο εκείνον της έλλειψης του απαιτούμενου προσωπικού, άμεσου και ενεστώτος έννομου συμφέροντος. Έτσι ώστε, δήθεν, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα ή μέσο να μην μετατρέπεται στην πράξη σε μια actiοpopularis.</p>



<p class="wp-block-paragraph">β2) Και ο δεύτερος τρόπος ανάγεται στην ευθεία επέμβαση επί του ρυθμιστικού πλαισίου του Συντάγματος διά της αναθεώρησης διατάξεών του, όχι διότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο δεν είχε θεσπισθεί επιτυχώς ως προς την αντιστοίχως επιδιωκόμενη ratioconstitutionis, αλλά απλώς διότι οι ρυθμίσεις τους όσο και αν ερμηνεύονταν με την μέγιστη, ακόμη δε και σχεδόν διαστρεβλωτική,ευρύτηταδεν επέτρεπαν την εκπλήρωση των επιδιώξεων των ηγητόρων της Εκτελεστικής Εξουσίας -με άλλες λέξεις του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης- κατά την επιδίωξη της ικανοποίησης των πολιτικών τους στόχων και σκοπιμοτήτων. Προς την κατεύθυνση αυτή συμπράττει, εμφανώς και ευθέως, προσφάτως και μέρος της Νομικής Επιστημονικής Κοινότητας, όταν σπεύδει να ερμηνεύσει διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων όχι με βάση το ισχύον Σύνταγμα αλλά -κάτι εντελώς πρωτόγνωρο στα συνταγματικά μας δεδομένα- με όσα πρόκειται, κατά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, να συμβούν ύστερα από προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος. Πρόκειται για μια νομικώς προδήλως εσφαλμένη μέθοδο ερμηνείας του Συντάγματος με βάση την «προσδοκία αναθεώρησής» του. Μέθοδο η οποία οδηγεί, με ακόμη μεγαλύτερη διακινδύνευση, όχι μόνο προς την περαιτέρω κανονιστική συρρίκνωση του Συντάγματος αλλά ακόμη και στην δεδομένη ρυθμιστική περιθωριοποίησή του. Πολλώ μάλλον όταν μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εκείνοι που επιχειρούν να εφαρμόσουν υπ’ αυτή την λογική τις διατάξεις του Συντάγματος προδικάζουν, και δη αυθαιρέτως, από την μια πλευρά το ενδεχόμενο της αναθεώρησής τους και, από την άλλη πλευρά, το ίδιο το περιεχόμενο το οποίο θα έχουν τελικώς οι κατά την εκτίμησή τους υπό αναθεώρηση διατάξεις.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όλα όσα τονίσθηκαν προηγουμένως δείχνουν πως τίποτα στην εποχή μας και στον Τόπο μας -αλλά όχι μόνο- δεν είναι πια προφανές σε ό,τι αφορά την θεσμική και κανονιστική υπόσταση του Συντάγματος και την λειτουργία του στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των βασικών αντηρίδων αφενός των αρχών της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου και, αφετέρου, της υπεράσπισης της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως δεν είναι ούτε υπερβολικό ούτε περιττό να αναστοχαστούμε το χρέος μας απέναντι στο Σύνταγμα και, κατά συνέπεια, απέναντι στην Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Και σε αυτό το μονοπάτι αναστοχασμού πρέπει να επιλέξουμε ως οδηγό πριν απ’ όλα το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος περί του δικαιώματος αλλά και της υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος, όπως το δικαίωμα και κυρίως η υποχρέωση αυτή ταιριάζουν στην ιστορική ιδιοσυστασία του πατριωτισμού των Ελλήνων. Αν θέλουμε δε να πάμε πολύ πιο μακριά στην ιστορική πορεία του Ελληνικού Πνεύματος και του Ελληνικού Νομικού Πολιτισμού εν γένει, έναν άλλο χρήσιμο, εμβληματικό θα έλεγα, οδηγό μας έχει κληροδοτήσει η διαχρονικώς επίκαιρη ρήση του Ηράκλειτου: «Μάχεσθαιχρήτόνδῆμονὑπὲρτοῦ νόμου ὄκωσπερτείχεος».»</p>



<p class="wp-block-paragraph"></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Γιατί το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων δεν έχει κλείσει</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/10/31/pavlopoulos-giati-to-thema-ton-germani/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 31 Oct 2024 11:43:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=960181</guid>

					<description><![CDATA[Μόνο «λήξαν», όπως το χαρακτήρισε ο Γερμανός Πρόεδρος, Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, δεν είναι νομικά το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων για την Ελλάδα. Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος εξήγησε αναλυτικά στον Realfm 97,8 και την εκπομπή των Μάνου Νιφλή και Παναγιώτη Στάθη ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου γιατί δεν υπάρχει παραγραφή, κάτι που το έχει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Μόνο «λήξαν», όπως το χαρακτήρισε ο Γερμανός Πρόεδρος, Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάιερ, δεν είναι νομικά το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων για την Ελλάδα.</h3>



<p class="wp-block-paragraph">Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος εξήγησε αναλυτικά στον Realfm 97,8 και την εκπομπή των Μάνου Νιφλή και Παναγιώτη Στάθη ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου γιατί δεν υπάρχει παραγραφή, κάτι που το έχει επισημάνει και αποδεχτεί και η Επιστημονική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων της Bundestag.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο Σταϊνμάιερ κατά τη συνάντηση που είχε με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, όταν εκείνη έθεσε το θέμα των γερμανικών επανορθώσεων, είπε χαρακτηριστικά:</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Οι νομικές μας θέσεις για το ζήτημα των επανορθώσεων διαφέρουν. Εμείς είμαστε της άποψης ότι νομικά αυτό το θέμα θεωρείται λήξαν ωστόσο παραμένουμε δεσμευμένοι απέναντι στην ιστορική μας ευθύνη όχι μόνο αναφορικά με την Θεσσαλονίκη αλλά κι αλλού».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κ. Προκόπης Παυλόπουλος κατέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν μιλώντας για τις αποφάσεις και τα «νομικά όπλα» που έχει η Ελλάδα στα χέρια της για το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Το θέμα είχε φτάσει στην Επιστημονική Επιτροπή της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας. Είναι σαν να λέμε στη Νομική Υπηρεσία της. Αυτή η Επιτροπή επελήφθη έπειτα από ένα αίτημα που έκαναν οι «Πράσινοι». Και έρχεται και λέει “δεν υπάρχει καμία παραγραφή”. Έχουμε τη ρητή απόφαση. Έχουμε την απόφαση αυτή και λέμε: “εσείς το λέτε ότι δεν υπάρχει παραγραφή. Πάμε στο δικαστήριο να το δούμε”» τόνισε ο Προκόπης Παυλόπουλος και πρόσθεσε:</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Την περίοδο εκείνη έγινε η πρώτη ρηματική διακοίνωση από την τότε κυβέρνηση. Η απάντηση της κυρίας Μέρκελ ήταν ότι “όλα αυτά είναι παρελθόν”. Και της είπαμε «μα οι νομικοί σου το λένε». Όταν εγώ το έθετα στην κυρία Μέρκελ και τον κ. Στάινμαιερ, μπροστά μου ποτέ δεν έδιναν απάντηση γιατί ήξεραν ότι θα υπήρχε συνέχεια. Έρχεται δηλ. η Μέρκελ και αγνοεί και τη νομική υπηρεσία της. Ξέρετε τι τεράστιο όπλο είναι αυτό για την Ελλάδα; Αυτό ξέρουν και οι Πολωνοί και ήρθε και ο υπουργός Εξωτερικών και κάναμε το συνέδριο αλλά δεν υπήρξε κυβερνητική εκπροσώπηση».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλυσε και τα άλλα νομικά «όπλα» που έχει στα χέρια της η Ελλάδα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">«Πρώτα από όλα υπάρχει η σύμβαση, η απόφαση του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης του 1946 που έχει αποδεχθεί ότι υπάρχουν οι διατάξεις του άρθρου 3 και επόμενα της 3ης Συμφωνίας της Χάγης του 1907 η οποία λέει ότι υποχρεούται το κράτος που έκανε τον πόλεμο να αποζημιώσει πλήρως για όποιες καταστροφές επέφερε και για τα θύματα. Μετά προστέθηκε ο Κανονισμός Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην Ξηρά, τα άρθρα 46 και 47 τα οποία ενσωματώθηκαν σε όλα αυτά και αποτελούν ένα νομικό αμάλγαμα που το αποδέχτηκε σαν βάση το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης το 1946. Η πρόταση της Ελλάδας είναι να πάμε στο Δικαστήριο. Σε ένα δικαστήριο που μπορούμε να το συμφωνήσουμε και να το επιλέξουμε αλλά οιονεί φυσικό δικαστήριο είναι εκείνο της Χάγης. Αυτό λέει η Ελλάδα. Και για το κατοχικό δάνειο και για τις γερμανικές αποζημιώσεις λέμε στην Γερμανία τόσο απλά: “δεν σου λέμε πόσα είναι, θα το πει το δικαστήριο. Ούτε μονομερώς θα το αποφασίσουμε”. Η Γερμανία λέει δεν πάω στο δικαστήριο γιατί δεν χρωστάω τίποτα».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η ομιλία του τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκού Προκόπη Παυλόπουλου κατά την επίδοση του Τιμητικού Τόμου του στο Πανεπιστήμιο</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/10/25/i-omilia-tou-teos-ptd-kai-akadimaikou-p/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 25 Oct 2024 10:48:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=957746</guid>

					<description><![CDATA[Χθες, 24 Οκτωβρίου, έγινε στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών η επίσημη τελετή επίδοσης στον τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκό Προκόπη Παυλόπουλο του Τιμητικού Τόμου που συνέγραψαν 67 συνάδελφοί του.     Στο videoπου ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε όλη την τελετή και την ομιλία του Προκόπη Παυλόπουλου (από το 38ο λεπτό και μετά).]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Χθες, 24 Οκτωβρίου, έγινε στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών η επίσημη τελετή επίδοσης στον τέως ΠτΔ και Ακαδημαϊκό Προκόπη Παυλόπουλο του Τιμητικού Τόμου που συνέγραψαν 67 συνάδελφοί του.</h3>



<p class="wp-block-paragraph">    Στο videoπου ακολουθεί μπορείτε να παρακολουθήσετε όλη την τελετή και την ομιλία του Προκόπη Παυλόπουλου (από το 38<sup>ο</sup> λεπτό και μετά).</p>



<figure class="wp-block-embed is-type-video is-provider-youtube wp-block-embed-youtube wp-embed-aspect-16-9 wp-has-aspect-ratio"><div class="wp-block-embed__wrapper">
<iframe title="Tελετή επίδοσης τιμητικού τόμου στον τ. ΠτΔ και Επίτιμο Καθηγητή του ΕΚΠΑ κύριο Προκόπιο Παυλόπουλο." width="800" height="450" src="https://www.youtube.com/embed/9Lj2f3XSHfE?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe>
</div></figure>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Η Τουρκία περιφρονεί προκλητικώς το Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ελλάδα και Κύπρος δεν είναι νοητό να το ανεχθούν</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/10/19/pavlopoulos-i-tourkia-perifronei-pro/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Παναγιώτης Δρίβας]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 18 Oct 2024 21:25:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Spotlight]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=955017</guid>

					<description><![CDATA[Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναφέρθηκε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Προκόπης Παυλόπουλος μιλώντας για το βιβλίο του Καθηγητή και πρώην Υπουργού κ. Παναγιώτη Ρουμελιώτη «Ο Κατακερματισμός του Κόσμου» (εκδ. Λιβάνη). Στην ίδια εκδήλωση παραβρέθηκαν οι Ευάγγελος Βενιζέλος, Μιχάλης Σάλλα και Δημήτρης Κώνστας. Μεταξύ άλλων ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναφέρθηκε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Προκόπης Παυλόπουλος μιλώντας για το βιβλίο του Καθηγητή και πρώην Υπουργού κ. Παναγιώτη Ρουμελιώτη «Ο Κατακερματισμός του Κόσμου» (εκδ. Λιβάνη). Στην ίδια εκδήλωση παραβρέθηκαν οι Ευάγγελος Βενιζέλος, Μιχάλης Σάλλα και Δημήτρης Κώνστας. </h3>



<p class="wp-block-paragraph">Μεταξύ άλλων ο κ. Παυλόπουλος επεσήμανε πως η Τουρκία περιφρονεί προκλητικώς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο στην ευρύτερη περιοχή μας επισημαίνοντας πως Ελλάδα και Κύπρος δεν είναι νοητό να το ανεχθούν. </p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Ειδικότερα ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας επεσήμανε:  </strong></p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong></strong><strong>«Α.</strong><strong> </strong>Εκμεταλλευόμενη, απροκαλύπτως, τις επιπτώσεις αυτού του <em>«κατακερματισμού»</em>&nbsp;στην ευρύτερη περιοχή μας λόγω και της επικίνδυνης αδράνειας της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τουρκία κάνει, για μιαν ακόμη φορά, πραγματική επίδειξη προκλητικής περιφρόνησης &nbsp;του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, στοχοποιώντας ευθέως και την Εθνική Κυριαρχία της Ελλάδας καθώς και της Κύπρου. Τούτο καθίσταται κάτι παραπάνω από πρόδηλο, αν αναλογισθούμε την εντελώς πρόσφατη στάση της Τουρκίας αναφορικά:</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>1.</strong><strong> </strong><strong><u>Πρώτον</u></strong>, με τις δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ –και με την λίγο μεταγενέστερη ιταμή συμπεριφορά του <em>«φερεφώνου» </em>του, τουρκοκύπριου Τατάρ, ενώπιον μάλιστα του Γ.Γ. του ΟΗΕ- όπου έκανε λόγο, αδιστάκτως, για <em>«δύο &nbsp;κράτη»</em>&nbsp;στην Μαρτυρική Κύπρο. Δηλαδή ουσιαστικά για διχοτόμηση της Κύπρου, η οποία είναι σαφώς και ανενδοιάστως αντίθετη τόσο προς κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου όσο και προς το περιεχόμενο πλειάδας αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αλλά και προς κάθε έννοια του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του <em>«σκληρού πυρήνα»</em>&nbsp;της, της Ευρωζώνης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>2.</strong><strong> </strong><strong><u>Δεύτερον</u></strong>, με τις προχθεσινές δηλώσεις <em>«κύκλων»</em>&nbsp;της κυβέρνησης της Τουρκίας ενόψει της προσεχούς συνάντησης των Υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Κατά τις δηλώσεις αυτές –που, άλλωστε, συνιστούν πάγια θέση της Τουρκίας, η οποία ούτως ή άλλως &nbsp;πάντα <em>«τορπιλίζει» </em>εκ προοιμίου κάθε έναρξη ουσιαστικών διερευνητικών επαφών- δεν γίνεται, κατ’ ουδένα τρόπο, αποδεκτή η θέση της Ελλάδας περί μίας και μόνης διαφοράς μεταξύ αυτής και Τουρκίας. Ήτοι εκείνης της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλως αντιθέτως υφίσταται, δήθεν, ένα <em>«πακέτο»</em>&nbsp;διαφορών, οι οποίες <em>«αγγίζουν»</em>&nbsp;ακόμη και τον σκληρό πυρήνα &nbsp;της Εθνικής Κυριαρχίας της Ελλάδας. Π.χ. την Αιγιαλίτιδα Ζώνη της, τα σύνορά της, την αμυντική θωράκιση των Νησιών της κ.λπ.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong></strong><strong>Β.</strong><strong> </strong>Η Διεθνής Κοινότητα –και προεχόντως ο ΟΗΕ- και η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλουν ν’ αντιληφθούν, επιτέλους, ότι η Τουρκία υιοθετεί μια γενικότερη συμπεριφορά εμπαιγμού και περιφρόνησης απέναντί τους. Μια συμπεριφορά που συμπεριλαμβάνει και το ΝΑΤΟ, το οποίο ανέχεται ενέργειές της καταφώρως αντίθετες προς καίριες προβλέψεις του Καταστατικού του. Ενέργειες, οι οποίες βάλλουν τελικώς εναντίον της Συμμαχίας στα όρια της <em>«επιχείρησης»</em>&nbsp;διάλυσής της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>1.</strong><strong> </strong>Πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς την στάση της Τουρκίας σε ό,τι αφορά τον πόλεμο και την βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία; Όπου με μόνο γνώμονα τα οικονομικά και γεωστρατηγικά της συμφέροντα η Τουρκία έχει &nbsp;μεταβληθεί σε εμφανέστατο <em>«σύμμαχο δεκανίκι» </em>της Ρωσίας και του Πούτιν; Και πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς επίσης την στάση της Τουρκίας, στην οποία το ΝΑΤΟ δυστυχώς επιτρέπει να <em>«πατάει σε δύο βάρκες»</em>&nbsp;σχεδιάζοντας, κατά δική της ομολογία, να ενταχθεί στους BRICKS; Για ποιο άλλο Κράτος-Μέλος του το ΝΑΤΟ θ’ ανεχόταν τέτοια αδιανόητη στάση;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong></strong><strong>2.</strong><strong> </strong>Μπροστά σε αυτή την εναντίον τους εξαιρετικά επικίνδυνη πρόκληση Ελλάδα και Κύπρος, υπό όρους αρραγούς ενότητας, οφείλουν να προειδοποιήσουν εμπράκτως την Διεθνή Κοινότητα και την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν πρόκειται, από την πλευρά τους, ν’ ανεχθούν περαιτέρω τις απειλές της Τουρκίας καθώς και την διεθνή και ευρωπαϊκή αδράνεια. Και είναι διατεθειμένες να το πράξουν με κάθε νόμιμο μέσο. Ακόμη και με &nbsp;veto&nbsp;εκ μέρους τους ως προς την λήψη &nbsp;αποφάσεων για την επιβολή κυρώσεων σε άλλα Κράτη, εφόσον η Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση &nbsp;συνεχίσουν ν’ αρνούνται την επιβολή ανάλογων κυρώσεων και κατά της Τουρκίας. Και κυρίως κυρώσεων προς αυτή διότι επί πενήντα ολόκληρα χρόνια κατέχει -κατά προκλητική, το λιγότερο, παραβίαση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- το ένα τρίτο του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας.<strong>»</strong></p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος για το Κυπριακό: &#8220;Καμία αισιοδοξία, αδιανόητη η ατιμωρησία της Τουρκίας&#8221;</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/10/08/pavlopoulos-gia-to-kypriako-kamia-ais/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 08 Oct 2024 09:52:04 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Backstage]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΙΑΚΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=949629</guid>

					<description><![CDATA[Ουδεμία αισιοδοξία στο Κυπριακό λόγω των τουρκικών μαξιμαλιστικών θέσεων, λέει σε συνέντευξη στο ΚΥΠΕ ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος. Στην εκτίμηση ότι ουδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος δικαιολογείται προέβη ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και ακαδημαϊκός Προκόπης Παυλόπουλος, o οποίος θα βρίσκεται τις επόμενες μέρες στην Κύπρο σε επετειακή εκδήλωση [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading"><strong>Ουδεμία αισιοδοξία στο Κυπριακό λόγω των τουρκικών μαξιμαλιστικών θέσεων, λέει σε συνέντευξη στο ΚΥΠΕ ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.</strong></h3>



<p class="wp-block-paragraph">Στην εκτίμηση ότι ουδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος δικαιολογείται προέβη ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και ακαδημαϊκός<strong> Προκόπης Παυλόπουλος, </strong>o οποίος θα βρίσκεται τις επόμενες μέρες στην Κύπρο σε επετειακή εκδήλωση διοργανώνει το Πετρίδειο Ίδρυμα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σε συνέντευξη του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε ακόμα πως προφανές δεν μπορεί -ορθότερα&nbsp; δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp; ν’ αρχίσει οποιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ερωτηθείς κατά πόσο εκτιμά ότι με τις θέσεις που προβάλλει η τουρκική πλευρά είναι δικαιολογημένη οποιαδήποτε αισιοδοξία για έξοδο του Κυπριακού Ζητήματος από την αποτελμάτωση ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε: «Θα σας πω την γνώμη μου ευθέως και απεριφράστως, με την επισήμανση ότι αυτή πρέπει να εξηγηθεί και να συμπληρωθεί και υπό το φως των απαντήσεών μου στη συνέχεια: Αν λάβουμε υπόψη μας την όλη στάση της Τουρκίας διαχρονικώς -ιδίως δε μετά την βάρβαρη εισβολή στην Κύπρο το 1974- και μάλιστα κατ’ εξοχήν στο πλαίσιο της ιταμής και προκλητικώς αντίθετης προς το Διεθνές Δίκαιο τελευταίας ομιλίας του ΤαγίπΕρντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 24.9.2024, όπου και εμφανίστηκε ανυποχώρητος στην θέση περί «δύο κρατών» στην Κύπρο, ο<strong>υδεμία αισιοδοξία για την επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος δικαιολογείται. </strong>Το εντελώς αντίθετο, πράγμα που σημαίνει ότι Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να βασίσουν την άμυνά» τους πάνω σε αυτή την σκληρή, δυστυχώς, πραγματικότητα».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε πως η κατά τ’ ανωτέρω «άμυνά» μας απέναντι στην Τουρκία, η οποία αφορά πρωτίστως το Κυπριακό Ζήτημα –το οποίο είναι βεβαίως Διεθνές και Ευρωπαϊκό Ζήτημα-  αλλά και όλα τα αμιγώς Ελληνικά Εθνικά Θέματα, μπορεί να συμπυκνωθεί κυρίως στα εξής, όπως είπε, «Ο διάλογος με την Τουρκία είναι πάντα «ευπρόσδεκτος», θα ήταν δε λάθος ν’ αποκλεισθεί εκ προοιμίου και εντελώς. Πλην όμως ιδίως με την Τουρκία  συνέχισε, θα ήταν επίσης λάθος να κάνεις διάλογο χωρίς να έχεις πλήρη επίγνωση με ποιον «συνομιλητή» διαλέγεσαι.  </p>



<blockquote class="wp-block-quote is-layout-flow wp-block-quote-is-layout-flow">
<h4 class="wp-block-heading">Και η διεθνής εμπειρία, χρόνια τώρα, έχει δείξει ότι ως «συνομιλητής» στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων η Τουρκία έχει και τα εξής χαρακτηριστικά: Πρώτον, είναι παντελώς αναξιόπιστη, κάτι το οποίο ισχύει όχι μόνον έναντι της Ελλάδας αλλά και διεθνώς, πρωτίστως δε εντός του ΝΑΤΟ, όπου συχνά συμπεριφέρεται ως ανερμάτιστο ή και προδήλως «διαλυτικό» στοιχείο. </h4>
</blockquote>



<p class="wp-block-paragraph">Απτό δείγμα γραφής συνέχισε, αποτελεί η στάση της Τουρκίας απέναντι στη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο απροκάλυπτα «διφορούμενος» ρόλος της. <strong>Δεύτερον </strong>είπε ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Τουρκία έχει εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου «μακροχρόνιες βλέψεις», ως προς τις οποίες ακολουθεί την τακτική όχι τόσο των «θερμών επεισοδίων»,  αλλά της «προώθησης» των θέσεών της υποδορίως σ’ επίπεδο «διαπραγματεύσεων». </p>



<p class="wp-block-paragraph">Όπως εκτίμησε, αυτές οι βλέψεις της Τουρκίας αφορούν, ευθέως, την Κύπρο, υπό την έννοια του τελικού πλήρους ελέγχου της, το Αιγαίο, υπό την έννοια&nbsp; της εκεί συγκυριαρχίας και την Θράκη, υπό την έννοια της χρησιμοποίησης της Μουσουλμανικής Μειονότητας προς την κατεύθυνση μελλοντικής αυτονόμησης.&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading">Ο στόχος της Άγκυρας</h4>



<p class="wp-block-paragraph">Και, τρίτον συνέχισε, <strong>η Τουρκία μέσω των «διαπραγματεύσεων» θέλει να μας επαναφέρει στην εποχή του 1997-1999, </strong>όταν λόγω της υποχωρητικότητας της τότε Κυβέρνησης είχε «καταφέρει» να γίνουν δεκτές εκ μέρους μας οι θέσεις που της επέτρεψαν στην συνέχεια να μιλάει για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και ν’ αναπτύσσει την «ρητορική» της «Γαλάζιας Πατρίδας».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Διότι τότε, όπως εξήγησε, αφενός μεν με το κοινό ανακοινωθέν «Σημίτη-Ντεμιρέλ» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ,&nbsp; κατά την σύνοδο στην Μαδρίτη, στις 8.7.1997, είχε γίνει, μεταξύ άλλων, δεκτή και η φρασεολογία περί «ζωτικών ενδιαφερόντων και συμφερόντων της Τουρκίας» στο Αιγαίο.&nbsp; Αφετέρου δε&nbsp; στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 10-11.12.1999, στο Ελσίνκι τα σχετικά συμπεράσματα δέχονταν ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπάρχουν «συνοριακές και άλλες διαφορές», παρεκκλίνοντας από την πάγια θέση μας περί μίας και μόνης διαφοράς, εκείνης της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ερωτηθείς πως αξιολογεί την τακτική που ακολουθούν Κύπρος και Ελλάδα ιδίως υπό το φως των σύγχρονων δεδομένων και αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας&nbsp;ανέφερε πως τους τελευταίους ιδίως μήνες, και παρά τη&nbsp;συνεχιζόμενη&nbsp; -ή και εντεινόμενη ενίοτε- προκλητική αδιαλλαξία της Τουρκίας, γίνεται και πάλι λόγος για την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχύτερης επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος.&nbsp; Κάτι το οποίο, όπως προκύπτει και από σχετικές πρόσφατες δηλώσεις, αποδέχονται οι Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου &nbsp;-αποφασισμένες μάλιστα να κινηθούν εν προκειμένω με τον απαιτούμενο «ρεαλισμό»μπροστά στον «άτεγκτο» έως απροκαλύπτως κυνικό κόσμο των Διεθνών Σχέσεων- ενώ «ωθούν» προς την ως άνω κατεύθυνση τόσον ο ΟΗΕ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>&#8220;Κατ&#8217; αρχήν ορθή η τακτική Ελλάδας και Κύπρου πλην όμως&#8230;&#8221;</strong></h4>



<p class="wp-block-paragraph">Η τακτική αυτή των Κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου πρέπει ν’ αξιολογηθεί ως κατ’ αρχήν ορθή, συμπλήρωσε, &#8220;αφού&nbsp;η &#8220;μη λύση&#8221;&nbsp;του Κυπριακού Ζητήματος όχι μόνο δεν συνιστά «λύση» του, αλλά καθιστά ολοένα και πιο επισφαλή&nbsp; -κατ’ επιεική δε θεώρηση-&nbsp; την κατάσταση που δημιούργησε η πάνω από πενήντα χρόνια κατοχή του ενός τρίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, ύστερα από την βάρβαρη εισβολή της στην Μαρτυρική Κύπρο το 1974.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πλην όμως, και όπως είναι ευνόητο,η επίτευξη λύσης του Κυπριακού Ζητήματος συνέχισε είναι, &nbsp;νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον είναι δίκαιη και βιώσιμη.&nbsp; Γεγονός που σημαίνει περαιτέρω, όπως είπε, &nbsp;ότι η λύση αυτή είναι νοητή και αποδεκτή μόνον εφόσον υπηρετεί, τουλάχιστον ως προς τα σχετικά βασικά ρυθμιστικά της στοιχεία, «αξιοπρεπώς»&nbsp; -και όχι κατ’ επίφαση, υπό το κράτος απαράδεκτων συμβιβασμών ή και εκβιασμών από συγκεκριμένες πλευρές-&nbsp; την Διεθνή Νομιμότητα και την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα αλλά και την «βιωσιμότητα» της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας, κυρίως δε ως πλήρους Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του «στενού πυρήνα» της, της Ευρωζώνης.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Διότι το αντίθετο οδηγεί, όπως είπε, &nbsp;αναποδράστως, σ’ επικίνδυνες ατραπούς ακόμη πιο επώδυνης θεσμικής και πολιτικής αποδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κ. Παυλόπουλος&nbsp;ανέφερε πως το ζήτημα τούτο απαιτεί τόσο «επιμελέστερη» προετοιμασία, με την ανάλογη προσοχή και προνοητικότητα,&nbsp; όσο η Τουρκία έχει καταστήσει -με περισσό θράσος που, δυστυχώς, το ενισχύει η προεκτεθείσα θλιβερή Διεθνής, ακόμη και Ευρωπαϊκή σε ορισμένες περιπτώσεις, ανοχή προς αυτή-&nbsp; σαφές πως ως αρχή «λύσης» του Κυπριακού Ζητήματος δεν αποδέχεται, κατ’ ουδένα τρόπο, το στοιχειώδες κατά το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όπως θα επεξηγηθεί στην συνέχεια,&nbsp; πρότυπο του Ομοσπονδιακού Κράτους.&nbsp; Και κάνει λόγο, ευθέως σημείωσε, για δύο Κράτη, όπως φάνηκε και κατά την προαναφερόμενη ομιλία του ΤαγίπΕρντογάν στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Υπό το πνεύμα αυτό είναι προφανές πως δεν μπορεί -ορθότερα&nbsp; δεν είναι επιτρεπτό-&nbsp; ν’ αρχίσει οιαδήποτε συζήτηση για το Κυπριακό Ζήτημα, αν προηγουμένως η Τουρκία δεν αφήσει κατά μέρος τέτοιες παράλογες και προκλητικώς μαξιμαλιστικές θέσεις και προτάσεις, πλήρως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο και ιδίως προς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αν γίνει, από Ελληνικής και Κυπριακής πλευράς, το λάθος να υποτιμηθεί ο κίνδυνος της έναρξης διαλόγου για το Κυπριακό Ζήτημα δίχως μιαν ουσιώδη υποχώρηση της Τουρκίας από τις κατά τ’ ανωτέρω ακραίες θέσεις της, τότε ο «διάλογος» με την τουρκική πλευρά μας οδηγεί συνέχισε, &nbsp;στην διακινδύνευση να υποχωρήσουμε μοιραίως εμείς, έστω και κατά ένα μέρος, στους απαράδεκτους τουρκικούς εκβιασμούς και στο ενδεχόμενο πλήρους ευτελισμού του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε ό,τι αφορά το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Επιπροσθέτως συνέχισε ο κ. Παυλόπουλος, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι πάντοτε η «προσφιλής» τακτική της Τουρκίας όταν επιχειρεί να προωθήσει και τις πιο αδιανόητες «διεκδικήσεις» της έναντι του Ελληνισμού εν γένει, στηριζόμενη με πρόδηλο διεθνές θράσος στην παγίωση των «τετελεσμένων» εφόσον διαπιστώσει τάσεις δισταγμών, ανοχής και υποχωρητικότητας από τις Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου.&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Αδιανόητη η ατιμωρησία της Τουρκίας&#8221;</strong></h4>



<p class="wp-block-paragraph">Σε ερώτηση για το γεγονός ότι εδώ και 50 χρόνια αναμένουμε από την λεγόμενη «Διεθνή Κοινότητα» να στηρίξει πιο δυναμικά τα δίκαια αιτήματά μας αλλά δεν το πράττει και κατά πόσο πιστεύει ότι έχουμε ευθύνη κι εμείς γι αυτό ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε πως πέρασαν ήδη 50 χρόνια αφότου η Τουρκία εισέβαλε, με βάρβαρο τρόπο και καταπατώντας κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου καθώς και όλες τις σχετικές αποφάσεις των&nbsp; οργάνων του ΟΗΕ, στην Μαρτυρική Κύπρο και η προκλητική κατοχή του ενός τρίτου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας δυστυχώς συνεχίζεται.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Αυτή η<strong> αδιανόητη ατιμωρησία της Τουρκίας</strong>  -όταν μάλιστα συνοδεύεται και από την ιταμή άρνησή της να δεχθεί επίλυση του Κυπριακού Ζητήματος κατά τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο-  εκ μέρους της Διεθνούς Κοινότητας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι επιτρεπτό ούτε και ανεκτό να συνεχισθεί, όπως είπε. </p>



<p class="wp-block-paragraph">Τούτο &nbsp;συνέχισε, καθίσταται πλέον κάτι παραπάνω από προφανές και λόγω της τρέχουσας διεθνούς συγκυρίας. Πρωτίστως αναφέρθηκε στην εξίσου βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας, στην Ουκρανία, δοθέντος ότι ουδείς πλέον δικαιούται να παραβλέπει πως η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο και η κατά τ’ ανωτέρω αδιαφορία&nbsp; -φυσικά κατ’ επιεική έκφραση-&nbsp; της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξαν το «πρότυπο», το οποίο δεν δίστασε να υιοθετήσει η ηγεσία της Ρωσίας προκειμένου να επιτεθεί στην Ουκρανία και να προκαλέσει τον αιματηρό πόλεμο, όπως είπε .&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Τον πόλεμο ο οποίος συνεχίζεται, με «αόρατη» ακόμη, « την προοπτική λήξης του και με αδύνατη την εκτίμηση του έως πού μπορεί να οδηγήσει η περαιτέρω κλιμάκωση&nbsp; του για την Ειρήνη και την Ασφάλεια παγκοσμίως».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Πρόσθεσε ακόμη πως «Ελλάδα και Κύπρος–σε πλήρη αντίθεση προς την Τουρκία–συμπαραστάθηκαν, συμπαρίστανται&nbsp;και θα συνεχίσουν να συμπαρίστανται, ειλικρινώς και ποικιλοτρόπως ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον δεινώς δοκιμαζόμενο Λαό της Ουκρανίας.&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Από τώρα όμως, και ιδίως αμέσως μόλις τελειώσει ο φρικτός αυτός πόλεμος και ο υπαίτιος εισβολέας πληρώσει το βαρύ τίμημα του εγκλήματός του, πρέπει είπε, « να συναγάγουμε, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σ’ επίπεδο Διεθνούς Κοινότητας, τα αναγκαία διδακτικά συμπεράσματα. Και δη συμπεράσματα τόσο για τα αίτιά του όσο και για τις επιπτώσεις του.&nbsp;Υπ’ αυτό το πνεύμα και ως συνεπείς υπέρμαχοι&nbsp;της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, Ελλάδα και Κύπρος πρέπει&nbsp; συνέχισε, να καταδείξουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην Διεθνή Κοινότητα, &nbsp;όπως είπε, πρωτίστως δε στις ΗΠΑ και στο ΝΑΤΟ, πόσο μεγάλες είναι οι ευθύνες τους διότι ανέχθηκαν και ανέχονται, για τόσες δεκαετίες, τις επιπτώσεις και τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.&nbsp;&nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Της πρώτης τέτοιας ωμής καταπάτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας Κράτους Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως είπε.&nbsp;&nbsp;</p>



<h4 class="wp-block-heading"><strong>&#8220;Δύο μέτρα και δύο σταθμά&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p class="wp-block-paragraph">Ο&nbsp;πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ερωτηθείς για το γεγονός ότι για την Ουκρανία, η Δύση έχει επιβάλει πλειάδα κυρώσεων σε βάρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η &nbsp;Τουρκία, η οποία επίσης διέπραξε καταφανέστατα παράνομη εισβολή, παραμένει ατιμώρητη και ποια Διεθνή Τάξη μπορούμε να μιλάμε όταν τα μέτρα και τα σταθμά είναι διαφορετικά&nbsp; απάντησε πως για την Διεθνή Κοινότητα και τον ΟΗΕ, η κατ’ αποτέλεσμα«ισότιμη»&nbsp;αντιμετώπιση Τουρκίας και Κύπρου&nbsp; -δηλαδή του «θύτη»&nbsp;με το«θύμα»&nbsp;της τουρκικής εισβολής και κατοχής-&nbsp; κατά την λογική της ανοχής των ατέρμονων και κενών περιεχομένου συζητήσεων μεταξύ των δύο μερών, δείχνει πόσο στις μέρες μας το Διεθνές Δίκαιο, με αποκλειστική ευθύνη της ίδιας της Διεθνούς Κοινότητας και του ΟΗΕ, συντίθεται όχι τόσο από&nbsp;leges&nbsp;perfectae, αλλά σε πολλές περιπτώσεις από&nbsp; leges &nbsp;minus &nbsp;quam&nbsp; perfectae και&nbsp; leges&nbsp;imperfectae. &nbsp;</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ελλάδα και Κύπρος, λοιπόν, στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν αυτή την οιονεί «χειμέρια νάρκη» αφενός της Διεθνούς Νομιμότητας και, αφετέρου, της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ) πρέπει να θέσουν, είπε ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ως Κράτη-Μέλη και της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προ των ευθυνών τους την Διεθνή Κοινότητα και τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς επισημαίνοντας, χωρίς περιστροφές, υποχωρήσεις και υπαναχωρήσεις, και τα εξής: Όπως όλοι στεκόμαστε σήμερα στο πλευρό της Ουκρανίας, καταδικάζοντας απεριφράστως και εμπράκτως το πολεμικό έγκλημα της Ρωσίας, στην ίδια γραμμή υπεράσπισης της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας πρέπει σημείωσε «να καταδικασθεί-με χρησιμοποίηση του veto αν χρειασθεί σε μελλοντικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Κληθείς να σχολιάσει την άποψη που εκφράζεται από μερικούς ότι στο Κυπριακό έχουν χαθεί «ιστορικές ευκαιρίες» για επίλυσή του, ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε πως ακόμη και τώρα ακούγονται αρκετές «φωνές» ειδικών, κυρίως στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό Ζήτημα ήταν μια «χαμένη ευκαιρία». Οι «φωνές» αυτές συνέχισε, ηχούν ως σύγχρονος «αντίλαλος» των απόψεων εκείνων, οι οποίες υιοθετήθηκαν πριν είκοσι χρόνια στηρίζοντας, σχεδόν «αναφανδόν» και άνευ προϋποθέσεων, το Σχέδιο Ανάν σ’ Ελλάδα και Κύπρο.</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Δεν υπήρξαν ιστορικές ευκαιρίες λύσης του Κυπριακού&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p class="wp-block-paragraph">Όμως το<strong> Σχέδιο Ανάν </strong>δεν συνιστά, κατ’ ουδένα τρόπο, «χαμένη ευκαιρία». Και τούτο διότι, όπως είπε, η απόρριψή του επιβαλλόταν από την ίδια την φύση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, εν τέλει, από το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Πραγματικά, μία υπό το θεσμικό και πολιτικό status του Σχεδίου Ανάν Κυπριακή Δημοκρατία δεν θ’ αποτελούσε, ούτε καθ’ υποφοράν, Κράτος ομοσπονδιακού τύπου. Θα στηριζόταν πολύ περισσότερο σε μια μορφή Συνομοσπονδιακού Κράτους, εντελώς ασύμβατου με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της δομής και λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό και ενδεικτικό της μάλλον «επιφανειακής» προσέγγισης, με βάση την οποία αξιολογήθηκε από τους προμνημονευόμενους υποστηρικτές του το Σχέδιο Ανάν, το ότι αυτοί δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκαν επισταμένως με το αν και κατά πόσο το πολιτειακό «μόρφωμα»που προόριζε για την Κυπριακή Δημοκρατία ανταποκρινόταν στις βασικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σύμφωνα με τον κ. Παυλόπουλο καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η<strong> εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην πράξη θα οδηγούσε, σχεδόν νομοτελειακώς, σε ουσιαστική έξοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση </strong>-αφού, όπως επαρκώς τονίσθηκε, θα ήταν αδιανόητο ν’ αναμένει κανείς «προσαρμογή» του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα «κανονιστικά κελεύσματα» του Σχεδίου Ανάν- εκτός του ότι είναι σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε και σε γενικότερη κρατική αποσύνθεσή της.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Επεσήμανε επίσης πως και οι κατά τ’ ανωτέρω διαχρονικώς υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν δεν πρέπει να υποτιμούν -και πολύ περισσότερο να λησμονούν- ότι μια τέτοια, μοιραία και απευκταία, κατάληξη της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά «διακαή πόθο» της Τουρκίας. Και μάλιστα ως τελική «δικαίωση» της βαρβαρότητάς της κατά την εισβολή, το 1974, στην Μαρτυρική Κύπρο, συμπλήρωσε.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Επομένως, η σημερινή κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει την ειλικρινή και αποφασιστική αποδοχή και πραγμάτωση του ακόλουθου, κατ’ ουσία Εθνικού, «προτάγματος»: Όλος ο Ελληνισμός έχει χρέος ν’ αντισταθεί, υπό όρους αρραγούς ενότητας, απέναντι στη&nbsp;συντέλεση ενός τέτοιου «ειδεχθούς εγκλήματος» εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και εις βάρος της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας. Και το χρέος αυτό βαρύνει, όπως είναι ευνόητο, και την Διεθνή Κοινότητα αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση.</p>



<h4 class="wp-block-heading">&nbsp;<strong>&#8220;Το περιεχόμενο μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης&#8221;</strong>&nbsp;</h4>



<p class="wp-block-paragraph">Ερωτηθείς ποιες είναι εν τέλει, ιδίως υπό την ιδιότητά σας και ως Νομικού-Ακαδημαϊκού, οι κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο προϋποθέσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού ο κ. Παυλόπουλος ανέφερε πως είναι ανάγκη να επισημανθεί με έμφαση ότι κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο λύση του Κυπριακού Ζητήματος νοείται μόνον υπό τις ακόλουθες επτά, κατ’ελάχιστο, προϋποθέσεις:</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Πρώτον</strong>, η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει την πολιτειακή μορφή το πολύ Ομοσπονδιακού Κράτους, κατά τα Διεθνή και κυρίως κατά τα Ευρωπαϊκά αντίστοιχα πρότυπα.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ουδεμία μορφή Συνομοσπονδίας, ευθεία ή συγκεκαλυμμένη, είναι ανεκτή όπως το διευκρίνισα προηγουμένως για το σχέδιο Ανάν. Και τούτο, πρωτίστως διότι πέραν του ότι μια τέτοια «λύση» είναι, εξορισμού, «θνησιγενής» και εξυπηρετεί μόνο τις βλέψεις και τα συμφέροντα της Τουρκίας με το να οδηγεί σε ουσιαστική πολιτειακή αποσύνθεση την Κυπριακή Δημοκρατία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση και με τον«πυρήνα» του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Δεύτερον,</strong> η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να στηρίζεται, καθ’ολοκληρία, στις θεμελιώδεις αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως θεσμικής εγγύησης της Ελευθερίας in globo. Άρα ως θεσμικής εγγύησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όχι μόνο κατά το Εθνικό Δίκαιο αλλά και κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Τρίτον,</strong> η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να έχει, ως μέλος της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία Διεθνή Νομική Προσωπικότητα.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Τέταρτον,</strong> στην Κυπριακή Δημοκρατία νοείται μία, και μόνον, Ιθαγένεια.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Πέμπτον,</strong> η Κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να είναι πλήρης, με εξίσου πλήρη σεβασμό όλων, ανεξαιρέτως, των διατάξεων του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Τούτο σημαίνει πληρότητα και της strictosensu Κυριαρχίας της -π.χ. σε ό,τι αφορά την εδαφική της ακεραιότητα, τα σύνορά της, την αιγιαλίτιδα ζώνη της κ.λπ.- και της latosensu Κυριαρχίας της. Άρα την πλήρη άσκηση όλων, δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Κυριαρχικών της Δικαιωμάτων, μ’επίκεντρο τα Δικαιώματά της επί του συνόλου των Θαλάσσιων Ζωνών της κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (Σύμβαση του MontegoBay,του 1982). Ουδεμία δε επιρροή ασκεί επ’ αυτού το ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στην ως άνω Διεθνή Σύμβαση, αφού αυτή, κατά την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, παράγει διεθνώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι ισχύουν ergaomnes.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Έκτον</strong> -και κατά συνέπεια- επί της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι επιτρεπτό να παραμένουν, κατ’ουδένα τρόπο, στρατεύματα κατοχής ούτε να ισχύουν, επίσης κατ’ ουδένα τρόπο, εγγυήσεις οιωνδήποτε τρίτων.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και,<strong> έβδομον,</strong> τα προαναφερόμενα συνεπάγονται ότι από την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αποχωρήσουν, χωρίς προϋποθέσεις, οι«έποικοι», τους οποίους εγκατέστησε παρανόμως, σύμφωνα μάλιστα με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Τουρκία. Και να επανέλθουν οι αναγκαστικώς αποχωρήσαντες από τις εστίες τους, λόγω της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες, ανακτώντας πλήρως όλα τα κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αλλά και κατά τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιώματά τους.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Παυλόπουλος: Γελοίες οι απειλές της Τουρκίας – Δεν θα τη ρωτήσουμε για θέματα αιγιαλίτιδας και εδάφους</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/09/07/pavlopoulos-geloies-oi-apeiles-tis-to/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 07 Sep 2024 10:47:37 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Ελλάδα]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=936558</guid>

					<description><![CDATA[Για τα εθνικά θέματα και κυρίως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μίλησε ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος. Ειδικότερα, σχολίασε για τη στάση της Τουρκίας ιστορικά τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζοντάς την αναξιόπιστη αλλά και για το τι πρέπει να προσέχουμε όσο αφορά τις βλέψεις της. «Με την Τουρκία πρέπει να κάνουμε διάλογο. Η Τουρκία έχει [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Για τα εθνικά θέματα και κυρίως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις μίλησε ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος.</h3>



<p class="wp-block-paragraph">Ειδικότερα, σχολίασε για τη στάση της Τουρκίας ιστορικά τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζοντάς την αναξιόπιστη αλλά και για το τι πρέπει να προσέχουμε όσο αφορά τις βλέψεις της. «Με την Τουρκία πρέπει να κάνουμε διάλογο. Η Τουρκία έχει βασικά χαρακτηριστικά: διεθνώς αναξιόπιστη, απορώ με το ΝΑΤΟ, είναι ανερμάτιστη εντελώς, ό,τι συμφωνούμε με τον Ερντογάν δεν έπεται ότι θα το τηρήσει», είπε στο Open και την εκπομπή “Τώρα Μαζί” ο Προκόπης Παυλόπουλος.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ο κ. Παυλόπουλος αρχικά είπε ότι «απόψεις που λένε δεν θα συζητάμε με την Τουρκία είναι εσφαλμένες» και πρόσθεσε: «Ποτέ στη διεθνή σκηνή δεν κόβεις από τον διάλογο τον αντίπαλό σου. Το θέμα είναι να έχεις κατά νου με ποιον συνδιαλέγεσαι, γιατί αυτό σου δίνει τη μεγάλη δυνατότητα να ξέρεις ποια είναι τα όρια σου απέναντί του και το κυριότερο πως να τον αντιμετωπίσεις ιδίως όταν έχει αυτή την πάγια εχθρική στάση όπως η Τουρκία».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Όπως τόνισε τρία είναι τα «βασικά χαρακτηριστικά του τι σημαίνει Τουρκία από τα οποία πρέπει να έχουμε καλυμμένα τα νότα μας: Είναι διεθνώς αναξιόπιστη, το ξέρουν όλοι. Εγώ απορώ πως το ΝΑΤΟ αποδέχεται ακόμα το ρόλο της και ανέχονται πράγματα που είναι αδιανόητα και δείχνουν την αναξιοπιστία της. Η Τουρκία είναι ανερμάτιστη εντελώς. Βλέπετε τι έκανε με την Ουκρανία και στη βάρβαρη εισβολή της Ρωσίας, βλέπετε τι κάνει με τους BRICS. Πώς θα γίνει να είναι μέλος του BRICS και του ΝΑΤΟ. Μπορεί να συμφωνήσει και αύριο να το αναιρέσει. Ότι συμφωνούμε λοιπόν με τον Ερντογάν δεν έπεται ότι θα το τηρήσει ο Ερντογάν».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στη συνέχεια ανέφερε ότι «η Τουρκία έχει μια μακροπρόθεσμη πολιτική προς την Ελλάδα, που είναι πολιτική πολλαπλών βλέψεων. Η Τουρκία έχει στόχο μακροπρόθεσμα ο πλήρης έλεγχος της Κύπρου και για αυτό δεν πρέπει να υποχωρούμε σε τίποτα. Δεύτερος στόχος της το Αιγαίο, διακαής πόθος είναι να μπορέσει να συγκυριαρχήσει στο Αιγαίο. Η συγκυριαρχία είναι ο βασικός στόχος της Τουρκίας κατά παράβαση όλων των κανόνων τους Διεθνούς Δικαίου».</p>



<h4 class="wp-block-heading">«Για θέματα αιγιαλίτιδας και εδάφους δεν θα ρωτήσουμε την Τουρκία»<br></h4>



<p class="wp-block-paragraph">Και συνέχισε «και το τρίτο είναι ότι η Τουρκία αρχίζει την ατέρμονη διαπραγμάτευση για να φτάσουν να κερδίζουν έδαφος. Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση στο Ελσίνκι είχε δεχτεί να μιλάμε για συνοριακές και άλλες διαφορές. Μια διαφορά έχουμε με την Τουρκία, την οριοθέτηση της νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της αντίστοιχης ΑΟΖ με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Το θέλει δεν το θέλει η Τουρκία δεν την ρωτάμε. Της λέμε μια διαφορά έχουμε, θα πάμε στη Χάγη αν το θέλεις, αν δεν το θέλεις εμείς θα υπερασπιστούμε την θέση μας, δεν ξαναγυρνάμε στην περίοδο της Μαδρίτης και του Ελσίνκι. Θα υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα με όλους τους κανόνες τους Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Δεν μπορούμε να πάμε για θέμα αιγιαλίτιδας ζώνης και εδάφους. Αυτά μονομερώς μπορούμε να τα ρυθμίσουμε».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Σε ερώτηση αν ήταν σωστό από την κυβέρνηση να υπογράψει μνημόνιο με την Τουρκία ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι «σωστό είναι που υπεγράφη το κείμενο, αλλά είναι ένα μνημόνιο συνεννόησης που δεν έχει νομική ισχύ. Είναι γνωστό ότι η Τουρκία αναίρεσε το αντικείμενό του κάνοντας πράγματα που ήταν αδιανόητα. Ποτέ ο Ερντογάν όσο ήμουν πρόεδρος Δημοκρατίας δεν είχε θέσει θέμα για Κύπρο και Αιγαίο και να προσθέσουμε και την τρίτη βλέψη τη Θράκη. Μην υποτιμάμε ότι έχει βλέψεις για το θέμα της Θράκης».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Ερωτώμενος για το Τουρκολιβυκό μνημόνιο είπε: «Στην πράξη μπορούμε ως Ελλάδα να ακυρώνουμε το Τουρκολιβυκό μνημόνιο. Τι πρέπει να κάνουμε. Επέκταση στα 12 μίλια της αιγιαλίτιδας ζώνης σε όλη την νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν έχω καταλάβει γιατί δεν έχουμε κάνει αυτή την επέκταση. Δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Και κατέληξε ότι «η Τουρκία συμπεριφέρεται απαραδέκτως και για αυτό μας επιτρέπεται να θωρακίζουμε τα νησιά μας. Το Διεθνές Δίκαιο αναγνωρίζει τον κανόνα ότι αν έχεις επικείμενη απειλή ή απειλή βίας τότε μπορεί να θωρακίσεις τα νησιά σου. Η Τουρκία όταν είπε ότι είναι cassius belli η επέκταση στο Αιγαίο στα 12 μίλια, ξέρετε τι σημαίνει; θα σου κηρύξω τον πόλεμο. Αυτό είναι που μας νομιμοποιεί. Άρα απαντάμε «μολών λαβέ». Μην υποτιμάμε τις Ένοπλες δυνάμεις. Οι Τούρκοι δεν τολμάνε και πρέπει να το πιστέψουμε. Με την ιστορία τους έχουν αποδείξει ότι κέρδισαν σε πόλεμο με την Ελλάδα όταν εμείς κάναμε κάνα χοντρό λάθος ή όποτε είχαν την στήριξη των ΗΠΑ».</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γιατί έλειπε σήμερα ο Οικονόμου; &#8211; Την απάντηση έδωσε ο Παυλόπουλος</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/07/08/giati-eleipe-simera-o-oikonomou-tin-a/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 08 Jul 2024 09:21:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Media]]></category>
		<category><![CDATA[ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=916713</guid>

					<description><![CDATA[Εκτός της εκπομπής του ΣΚΑΪ «Σήμερα» ήταν ο Δημήτρης Οικονόμου και ο συμπαρουσιαστής του, Άκης Παυλόπουλος, έδωσε μία&#8230; εξήγηση για το τι ήταν αυτό που τον κράτησε μακριά από το στούντιο.  «Όπως καταλάβατε ο Δημήτρης δεν είναι σήμερα μαζί μας. Είχαμε κάνει και οι δύο ένα τάμα για την Εθνική, για να πάρει το εισιτήριο [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Εκτός της εκπομπής του ΣΚΑΪ «Σήμερα» ήταν ο Δημήτρης Οικονόμου και ο συμπαρουσιαστής του, Άκης Παυλόπουλος, έδωσε μία&#8230; εξήγηση για το τι ήταν αυτό που τον κράτησε μακριά από το στούντιο. </h3>



<p class="wp-block-paragraph">«Όπως καταλάβατε ο Δημήτρης δεν είναι σήμερα μαζί μας. Είχαμε κάνει και οι δύο ένα τάμα για την Εθνική, για να πάρει το εισιτήριο για το Παρίσι. Βγήκε το τάμα και πήγε να το εκπληρώσει.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Η Εθνική πήρε το εισιτήριο, νίκησε την Κροατία κι έτσι επιστρέφει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, με τον Γιάννη Αντετοκούνμπο να ξεχωρίζει χθες. Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε χαρούμενοι και περήφανοι», είπε χαριτολογώντας ο Άκης Παυλόπουλος.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Προκόπης Παυλόπουλος: Ο Ελληνικός Πολιτισμός &#8220;δείκτης πορείας&#8221; για τον Διάλογο των Πολιτισμών</title>
		<link>https://staging.libre.gr/2024/06/26/prokopis-pavlopoulos-o-ellinikos-pol/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Σταθόπουλος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Jun 2024 10:42:07 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολιτισμός]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://www.libre.gr/?p=911268</guid>

					<description><![CDATA[Στην ομιλία του με τίτλο «Ο Ελληνικός Πολιτισμός «δείκτης πορείας» για τον Διάλογο των Πολιτισμών», στο πλαίσιο Επιστημονικού Σεμιναρίου του «Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη» με κεντρικό θέμα «Culture and Civilization in China and Europe: From a Parallel Past to a Common Future», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ [&#8230;]]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<h3 class="wp-block-heading">Στην ομιλία του με τίτλο «Ο Ελληνικός Πολιτισμός «δείκτης πορείας» για τον Διάλογο των Πολιτισμών», στο πλαίσιο Επιστημονικού Σεμιναρίου του «Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη» με κεντρικό θέμα «Culture and Civilization in China and Europe: From a Parallel Past to a Common Future», ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:</h3>



<p class="wp-block-paragraph">Ελλάδα και Κίνα είναι κληρονόμοι δύο πανάρχαιων Πολιτισμών, πραγματικών «πυλώνων» του Παγκόσμιου Πολιτισμού. Πολιτισμών, οι οποίοι στην όλη μακραίωνη διαδρομή τους απέδειξαν ότι, από την φύση τους, είναι προορισμένοι να καλλιεργούν, μεταξύ άλλων, και τον γόνιμο Διάλογο των Πολιτισμών. Στην παρέμβασή μου αυτή ας μου επιτραπεί να τεκμηριώσω, συνοπτικώς, το ως άνω συμπέρασμα με βάση τα δεδομένα του Ελληνικού Πολιτισμού.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Α. Η «σύλληψη» και κατανόηση του Ελληνικού Πολιτισμού, από τις καταβολές του έως σήμερα –και πάντοτε ως δημιουργήματος του ελεύθερου Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος- δίχως την συσχέτισή του με την Ελληνική Γλώσσα αναδεικνύονται άκρως ελλιπείς. Για την ακρίβεια, η άρρηκτη σύνδεση του Ελληνικού Πολιτισμού με την Ελληνική Γλώσσα προκύπτει, κατά κύριο λόγο, εκ του ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός χαρακτηρίζεται, εξ’ υπαρχής, Πολιτισμός ιδίως του γραπτού λόγου. Πολλώ μάλλον όταν η περίοδος, οπωσδήποτε υπαρκτή, της «προφορικότητάς» του ήταν και σύντομη και άνευ ουσιαστικής πολιτισμικής «παραγωγής».</p>



<p class="wp-block-paragraph">Β. Συγκεκριμένα, ο Ελληνικός Πολιτισμός είναι Πολιτισμός του γραπτού λόγου πρωτίστως, και κατά κύριο λόγο, υπό την έννοια ότι συνιστά το αποτέλεσμα της γραπτής διατύπωσης και αποτύπωσης των κάθε είδους -και ιδίως των μεγάλων- πνευματικών δημιουργημάτων και κατακτήσεων που τον απαρτίζουν. Ο γραπτός λόγος όμως είναι -γενικώς και όχι μόνο στο πλαίσιο της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού- και το μέσο, με το οποίο η γλώσσα πορεύεται στην αιωνιότητα. Άρα στην βάση του γραπτού λόγου είναι η γλώσσα. Κατά τούτο δε η γλώσσα, πριν καταστεί μέσο εξωτερίκευσης της σκέψης και, επέκεινα, μέσο επικοινωνίας με τρίτους δια της διάδοσής της κυρίως μέσω του γραπτού λόγου, είναι, προηγουμένως και αναποδράστως, το μέσο δημιουργίας και διαμόρφωσης της σκέψης. Με άλλες λέξεις αυτή η «ενδοσκοπική» θεώρηση της γλώσσας, ως δημιουργού της σκέψης, εμφανίζει οιονεί «αρχετυπικά» χαρακτηριστικά δοθέντος ότι, δίχως την δημιουργία και την διαμόρφωση της σκέψης μέσω της γλώσσας, είναι ουσιαστικώς αδύνατη και αδιανόητη η «εξωτερίκευσή» της, βεβαίως κατά τον προορισμό της. Δηλαδή προκειμένου να καταστεί, δια της επικοινωνίας που αυτή καθιστά εφικτή, «κτήμα» τρίτων.<br>Ι. Ο Ελληνικός Πολιτισμός ως Πολιτισμός του γραπτού λόγου</p>



<p class="wp-block-paragraph">Εκ προοιμίου, και προς άρση κάθε παρανόησης (βλ., αντί άλλης παραπομπής, Ιωάννη Καζάζη, «Λόγος για την Ελληνική Γλώσσα, Λόγος για την Ελληνική Παιδεία», Θεσσαλονίκη, 2016), πρέπει να διασαφηνισθεί ευκρινώς ότι γλώσσα και πολιτισμός -επομένως η Ελληνική Γλώσσα και ο Ελληνικός Πολιτισμός- είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις, αφού και οι δύο πέρασαν από την φάση της προφορικότητας στην φάση της γραπτής έκφρασης.</p>



<pre class="wp-block-code"><code>  Α. Ο γραπτός λόγος</code></pre>



<p class="wp-block-paragraph">Όμως είναι ιστορικώς αποδεδειγμένο το γεγονός πως η ριζική «μετάλλαξη» -πάντοτε προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής πνευματικής δημιουργίας- της Ελληνικής Γλώσσας, αφότου άρχισε να γράφεται, «συμπαρέσυρε» και τον Ελληνικό Πολιτισμό:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Το Ελληνικό Λεξιλόγιο του Πολιτισμού -ήτοι, στην πραγματικότητα, το «Ελληνικό Εννοιολογικό», που δημιουργήθηκε για όλο το φάσμα των Γραμμάτων, των Τεχνών, των Επιστημών και της Φιλοσοφίας- επέφερε την πλήρη «μετάλλαξη», προς την ίδια κατεύθυνση, και του συνόλου του Ελληνικού Πολιτισμού.</li>



<li>Αυτή η, άκρως θετική για τον Πολιτισμό, «μετάλλαξη» της Ελληνικής Γλώσσας της έδωσε και την δυνατότητα -θάλεγε κανείς το «προνόμιο», αν αναλογισθούμε ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη με κάθε γλώσσα, άρα δεν είναι συστατικό στοιχείο κάθε γλώσσας, αλλά μόνον εκείνων που έχουν την «έφεση» διαμόρφωσης αυθεντικής πολιτισμικής «παραγωγής»- να υπερβεί τα όρια του χώρου, εντός του οποίου την ομιλούσαν. Και να έλθει, συνακόλουθα, σ’ επαφή με άλλες γλώσσες, επέκεινα δε με άλλα κοινωνικά σύνολα, εντελώς διαφορετικής γλωσσικής ιδιοσυστασίας.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Β. Η «εκφραστική διαχρονία» της Ελληνικής Γλώσσας<br></strong>Επειδή δε με αυτή την εκδοχή της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού ήλθαν σ’ επαφή οι Λατίνοι και, μέσω αυτών, η Δύση γενικότερα, δικαιολογημένα επιφανείς ειδικοί Ελληνιστές χαρακτηρίζουν τις Νεολατινικές και τις λοιπές Ευρωπαϊκές γλώσσες «κρυπτοελληνικές» και, κατ’ επέκταση, τον Δυτικό Πολιτισμό «κρυπτοελληνικό».</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Πραγματικά, η Ελληνική Γλώσσα, ως γραπτή γλώσσα, άφησε ανεξίτηλα αποτυπωμένη την «σφραγίδα» της πάνω στην Λατινική. Και δι’ αυτής, πάνω στις Νεολατινικές όπως και πάνω στις Γερμανικές και τις Σλαβικές γλώσσες, που γνώρισαν την Ελληνική Γλώσσα δια της εξ αυτής μετάφρασης σ’ εκείνες των Ιερών Βιβλίων. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι και μόνο το γεγονός πως τα Ιερά Βιβλία -τεράστιας σημασίας από πλευράς επίδρασης σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ και πολυσύνθετο αναγνωστικό κοινό- διατυπώθηκαν, μετά την αρχική «πηγή» τους, στην Ελληνική Γλώσσα, αναδεικνύει, δίχως αμφιβολία, την εξαιρετική εκφραστική δύναμη, από κάθε έποψη, της τελευταίας.
<ol class="wp-block-list" start="2">
<li>Όπως ήταν αναμενόμενο, ακριβώς λόγω και της κατά τ’ ανωτέρω «διεισδυτικότητας» της Ελληνικής Γλώσσας, τα στοιχεία της «διαχύθηκαν» σε άλλες, όπως οι προαναφερόμενες, κατ’ εξοχήν στο πεδίο της Επιστήμης και της Λογοτεχνίας. Και μάλιστα η ώθηση μιας τέτοιας «διάχυσης» ήταν τόση, ώστε η διάρκεια της αντίστοιχης επιρροής της Ελληνικής Γλώσσας υπήρξε εξαιρετικά μακρά, σε σημείο που να δεχόμαστε σήμερα πως η παρουσία της στα λοιπά ως άνω γλωσσικά πεδία ουδέποτε διεκόπη έως τις μέρες μας. Ούτε, βεβαίως, υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται να διακοπεί στο μέλλον. Το φαινόμενο δε τούτο αποδίδει αυτό, το οποίο θα μπορούσαμε, δίχως υπερβολή, ν’ αποδώσουμε με τον όρο της «εκφραστικής διαχρονίας» της Ελληνικής Γλώσσας.</li>
</ol>
</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Γ. Η «γοητεία» του κειμένου<br></strong>Για την συμπλήρωση της εν προκειμένω ανάλυσης είναι ανάγκη να προστεθεί και τούτο: Εξασφαλίζοντας στην Ελληνική Γλώσσα την γραπτή της μορφή, ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός έδωσε στους «κοινωνούς» του, μεταξύ άλλων, και:</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Την ικανότητα να εξετάζουν το ίδιο γραπτό έργο πολλές φορές, ώστε να δημιουργηθεί έτσι η έννοια του «κειμένου», ως οντότητας ανεξάρτητης από τα συμφραζόμενα και τις συνθήκες παραγωγής του. Με τον τρόπο αυτό το «κείμενο» αποκτά την ικανότητα να «ταξιδεύει» αυτοτελώς και ν’ ασκεί την ανάλογη επιρροή του μέσα στον χρόνο.</li>



<li>Την ικανότητα να «συγκρίνουν» μεταξύ τους τα κείμενα και τμήματα των κειμένων -έως τις έσχατες μονάδες τους, μετά την σταδιακή κατάτμησή τους, τις «λέξεις»- καθιστώντας έτσι δυνατή την σύλληψη της «γραμματικής», ως «τέχνης» συνδυασμού των λέξεων σ’ ευρύτερες νοηματικές μονάδες, ακόμη και εκτός των «συμφραζομένων».</li>



<li>Την ικανότητα να συλλάβουν και ν’ αναγάγουν σ’ ένα είδος «επιστήμης» την «Λογική». Δηλαδή τις «λογικές» σχέσεις μεταξύ των εννοιών και των προτάσεων του γραπτού λόγου, ως μια «τέχνη» αφηρημένη, ανεξάρτητη ιδίως από τα συμφραζόμενά της.<br>ΙΙ. Η καταξίωση της Ελληνικής Γλώσσας: Ο «δρόμος» προς την Παιδεία και προς τον Πολιτισμό<br>Περαιτέρω, η «τελειότητα» -στο μέτρο που της αναλογεί σε σχέση με τις λοιπές- της γλώσσας κρίνεται, δίχως αμφιβολία, και από την δύναμή της να συμβάλλει στην όσο το δυνατόν πληρέστερη και ολοκληρωμένη δημιουργία και σύνθεση της σκέψης. Με τρόπο ώστε παίρνοντας η τελευταία την μορφή της Γνώσης και, έπειτα, της «Σοφίας», ήτοι της Επιστήμης, να δώσει στην γλώσσα την δυνατότητα της επικοινωνίας με τρίτους, άρα να της επιτρέψει να «χαράξει» τον δρόμο γέννησης Πολιτισμού.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>Α. Η σαφήνεια της σκέψης και της έκφρασης<br></strong>Και ακόμη τούτο, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν:<br>Εκείνος που δεν έχει πραγματική και ουσιαστική γνώση της γλώσσας δεν μπορεί να δημιουργήσει και να διαμορφώσει με πληρότητα τις σκέψεις του ούτε, επομένως, να τις μεταδώσει προς τρίτους, κατά τρόπο σύμφωνο με τις απαιτήσεις της Γνώσης και της Επιστήμης. Και τούτο διότι, κατ’ ακολουθία των όσων ήδη επισημάνθηκαν, η γλώσσα είναι ο κατ’ εξοχήν «οδηγός» της σκέψης, έως ότου αποκτήσει την πληρότητα που αναλογεί στον ανθρώπινο συλλογισμό και διαλογισμό. Άρα ο σκεπτόμενος ασαφώς εκφράζεται, οιονεί νομοτελειακώς, ασαφώς.<br>Αυτή δε η ασάφεια «υποβαθμίζει» -κατά κάποιον τρόπο, και πάντοτε ως προς τον συγκεκριμένο σκεπτόμενο- την λειτουργικότητα της γλώσσας. Διότι υπ’ αυτές τις συνθήκες η γλώσσα δεν έχει την δυνατότητα να του «μεταδώσει» το σύνολο των εγγενών της εκφραστικών πλεονεκτημάτων. Και το μεγαλείο της Ελληνικής Γλώσσας έγκειται, πρωτίστως, ακριβώς στην ανεπανάληπτη, μέσα στην ανά τις χιλιετίες αδιάλειπτη πορεία της, δύναμή της να συμβάλλει στην πλήρη και ολοκληρωμένη δημιουργία και διαμόρφωση της σκέψης. Με άλλες λέξεις η Ελληνική Γλώσσα, οιονεί «εκ φύσεως», διαθέτει το μείζον πλεονέκτημα της διευκόλυνσης της σκέψης όχι μόνο στο επίπεδο της διαμόρφωσής της αλλά και στο επίπεδο της έκφρασής της. Γεγονός που σημαίνει ότι εκείνος, ο οποίος την γνωρίζει επαρκώς μπορεί, ακόμη και αν το διανοητικό του επίπεδο στέκεται αρχικώς εμπόδιο προς τούτο, να σκέπτεται με περισσότερη σαφήνεια και, άρα, να εκφράζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Το ότι η Ελληνική Γλώσσα διευκόλυνε, κατά τ’ ανωτέρω, τα μέγιστα την εν γένει σκέψη και την διάδοσή της οφείλεται, εν πολλοίς, και στον τρόπο, με το οποίο οι Προσωκρατικοί αλλά και, στην συνέχεια, η πλειονότητα των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων «μεταχειρίσθηκαν» την γλώσσα κατά την διαμόρφωση της πνευματικής τους «παραγωγής».<br>α) Κατ’ ακρίβεια, η φιλοσοφική σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα -πάντα βεβαίως κατά κανόνα- χρησιμοποίησε την Ελληνική Γλώσσα έτσι ώστε το νόημα μιας λέξης ή μιας πρότασης να προσδιορίζεται όχι τόσο με τον τρόπο, με τον οποίο «απεικονίζει» την πραγματικότητα. Αλλά, πολύ περισσότερο, με τον τρόπο χρήσης του στο συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς, εντός του οποίου λειτουργεί εκφραστικώς. Και τούτο διότι, κατά την ρήση του Αντισθένους «ἀρχή σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», η φιλοσοφική σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα –βεβαίως κατά κανόνα- ουδέποτε επικεντρώθηκε αποκλειστικώς στην διερεύνηση του νοήματος της γλώσσας. Αντιθέτως, η νοηματική προσέγγιση των λέξεων και των προτάσεων αποτελούσε το μέσο, για να διευκολυνθεί το θεμελιώδες αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας, που ήταν πρωτίστως ο καθορισμός του περιεχομένου των υπό έρευνα εννοιών σε σχέση με τα πράγματα, στα οποία αυτές αναφέρονται.<br>β) Το πόσο «προωθημένη» ήταν εν προκειμένω, για την εποχή εκείνη, η φιλοσοφική σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα προκύπτει, οπωσδήποτε με όλες τις επιφυλάξεις μιας τέτοιας αναλογίας, και από το εξής: Ο κορυφαίος σύγχρονος φιλόσοφος Ludwig Josef Johann Wittgenstein, στην περίφημη πρώτη «Πραγματεία» του, το «Tractatus Logico-Philosophicus» (1922), υιοθέτησε την λεγόμενη «απεικονιστική» θεώρηση της γλώσσας. Ήτοι εκείνη, κατά την οποία η λέξη έχει νόημα μόνον όταν «απεικονίζει» πιστώς και, επέκεινα, αποδίδει πιστώς τα πράγματα και την πραγματικότητα. Κάτι το οποίο συναντάμε και στον «Κρατύλο» του Πλάτωνος, όπου επιχειρήθηκε μια αναίρεση της προαναφερόμενης ρήσης του Αντισθένους περί της «αρχής της σοφίας». Πολύ αργότερα ο Wittgenstein, στην συλλογή του «Philosophical Investigations» -η οποία, σημειωτέον, εκδόθηκε ολοκληρωμένη το 1953, ήτοι μετά τον θάνατό του που επισυνέβη το 1951- αναίρεσε τις προμνημονευόμενες θέσεις του περί της γλώσσας. Για να καταλήξει οριστικά στο συμπέρασμα -στο οποίο, κατά τα προλεχθέντα, είχε οδηγηθεί προ αιώνων η φιλοσοφική σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα- πως το νόημα μιας λέξης ή μιας πρότασης καθορίζεται όχι από την δυνατότητά τους ν’ «απεικονίζουν» τα πράγματα και την πραγματικότητα αλλά από τον τρόπο χρήσης τους μέσα στο ad hoc κάθε φορά πλαίσιο συλλογιστικής αναφοράς.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>Β. Το «όχημα» της Ελληνικής Γλώσσας κατά την πορεία του προς τον «προορισμό» της Παιδείας και του Πολιτισμού<br>Υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις και επεξηγήσεις, η Ελληνική Γλώσσα υπήρξε όχι μόνο το μέσο επικοινωνίας ενός Λαού ή και ενός Έθνους γενικότερα. Αλλά και το όργανο διαμόρφωσης της Παιδείας, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισμού, από την γέννησή του έως την σύγχρονη εξέλιξή του. Την πορεία εξέλιξης του Ελληνικού Πολιτισμού, σε όλη του την μακραίωνη διαδρομή, «καταγράφει», πιστά και αξιόπιστα όπως επισημάνθηκε συνοπτικώς προηγουμένως, κυρίως η πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος στον δρόμο προς την επιστημονική -ουσιαστικώς την πρώτη στην ιστορία της επιστημονικής εξέλιξης- δημιουργία. Αυτή η πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος προς την θεμελίωση της ολοκληρωμένης Επιστήμης και της Φιλοσοφίας με συστηματική δομή παραπέμπει, εν πολλοίς, στον μύθο του Προμηθέα, κατά την Αισχύλεια εκδοχή του. Ήτοι παραπέμπει στον ημίθεο, ο οποίος τίθεται στην υπηρεσία του Ανθρώπου -προκειμένου να τον διδάξει τις Τέχνες, μέσω της χρήσης της φωτιάς που έχει κλέψει από τους θεούς- με σκοπό να καταστήσει την ανθρώπινη δημιουργία δύναμη «παραγωγής» Πολιτισμού, άρα δύναμη η οποία θ’ απελευθερώσει τον Άνθρωπο και από τον αρχέγονο φόβο του θανάτου. Σκοπό, τον οποίο «αποκαλύπτει» στον Χορό ο Προμηθέας με τον συγκλονιστικό στίχο του Αισχύλου (260): «Θνητούς γ’ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον» («Απέβαλα από τους θνητούς τον φόβο του θανάτου»). Και τούτο στοίχισε στον Προμηθέα την σύγκρουση ως και με τον Δία, σύγκρουση που «σφραγίσθηκε» με την τιμωρία της αλυσόδεσής του στον καυκασιανό βράχο.</p>



<p class="wp-block-paragraph">Μεσ’ απ’ αυτήν την, οιονεί προμηθεϊκή, πορεία του το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα γέννησε, σχεδόν ταυτοχρόνως, την Επιστήμη και την Φιλοσοφία. Σήμερα, η συνεισφορά αυτή του Ελληνικού Πνεύματος στον Πολιτισμό, εν γένει, φαίνεται ίσως φυσική. Όμως η ιστορική διαδρομή και έρευνα στο πεδίο κυρίως της Επιστήμης αρκεί για να καταδείξει, ότι αυτή η «προμηθεϊκή», κατά τ’ ανωτέρω, πορεία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος συνιστά μια από τις πιο συγκλονιστικές -δίχως ίχνος υπερβολής- περιόδους της ανθρώπινης δημιουργίας, αφότου εμφανίσθηκε ο Homo Sapiens ως «τελείωση» του Homo Sentiens. Και τούτο διότι, κατ’ ουσία και κατ’ αποτέλεσμα, σηματοδοτεί την αρχή της πνευματικής «καταξίωσης» του Homo Sapiens.</p>



<p class="wp-block-paragraph">α) Για να γίνει σαφέστερη και, επομένως, ακριβέστερη η ανάλυση που προηγήθηκε, πρέπει να διευκρινισθεί ότι το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα έφθασε στον «κολοφώνα» της διάπλασης της Επιστήμης μέσ’ από την «επαναστατική», μεθοδολογικώς, για την εποχή εκείνη μετατροπή της πληροφορίας σε Γνώση και της Γνώσης σε «Σοφία».<br>α1) Με άλλες λέξεις το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα οδήγησε έτσι την εν γένει Παιδεία -υπό την έννοια του συνόλου των έργων του Πνεύματος και της Τέχνης, κατά τον André Malraux- της Αρχαίας Ελλάδας σε μια πρωτόγνωρη, με οιαδήποτε σύγκριση παρελθόντος, ολοκλήρωσή της, προσθέτοντάς της τους «ακρογωνιαίους λίθους» της, ήτοι την Επιστήμη και την Φιλοσοφία. Την τελευταία δε ιδίως με την μορφή της «τελειοποίησης» -για τα δεδομένα της εποχής- της επιστημονικής μεθόδου, ως θεμελιώδους «εργαλείου» αναζήτησης και επεξεργασίας της Γνώσης, που έχει ως τελικό στόχο την διεπιστημονική της προσέγγιση ως την, κατά το δυνατόν, ολιστική θεώρησή της. Ολιστική θεώρηση, η οποία βεβαίως και δεν οδηγεί στην, από μεθοδολογικής πλευράς, πλήρη «εξομοίωση» των επιμέρους επιστημονικών κλάδων, πλην όμως αναζητεί τα υπαρκτά κοινά σημεία μεταξύ τους, έτσι ώστε ν’ αποφεύγονται, όσο αυτό είναι εφικτό, μεγάλες αντιφάσεις στο lato sensu πεδίο του «επιστητού».<br>α2) Η «δοξαστική» σύλληψη και κυοφορία της Επιστήμης –που, με πολλή «ελευθερότητα» ως προς την χρησιμοποίηση του όρου είναι αλήθεια, συνιστά το ισοδύναμο του «big-bang» στο πεδίο μορφοποίησης του «σύμπαντος» της ανθρώπινης δημιουργίας, καθώς ο Άνθρωπος πλάθει το δικό του Σύμπαν για να κατανοήσει εκείνο του Δημιουργού του- είναι, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, έργο των Προσωκρατικών φιλοσόφων καθώς και των Σοφιστών, οι οποίοι επηρεάσθηκαν από αυτούς, με κυριότερους τους Πρωταγόρα και Ιππία, φυσικά με βάση τα υπάρχοντα, δυστυχώς άκρως ελλιπή, ιστορικά τεκμήρια. Κατά κάποιον τρόπο οι Προσωκρατικοί, με τις πρωτόγνωρες για την εποχή εκείνη προσεγγίσεις της αλήθειας γύρω από την φύση του Κόσμου, «οργάνωσαν» το πρώτο «επιστημονικό εργαστήρι» στο πλαίσιο της ιστορίας της επιστημονικής «παραγωγής».</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β) Και τούτο, διότι ήταν εκείνοι που πρώτοι επιχείρησαν –και ουσιαστικώς πέτυχαν- ν’ απαλλάξουν την ανθρώπινη διανόηση από τα «προπατορικά» δεσμά του μύθου και να την οδηγήσουν, σταδιακώς, προς την κατανόηση και εξήγηση του Κόσμου στις πραγματικές του, φυσικές, διαστάσεις.<br>β1) Ταυτοχρόνως, αυτή η «ριζοσπαστική» δημιουργική παρακαταθήκη των Προσωκρατικών υπήρξε, στην μετέπειτα πορεία του Πνεύματος, το σπουδαιότερο όπλο για την αντιμετώπιση των εμποδίων του κάθε είδους δογματισμού που έκανε, κατά καιρούς, την εμφάνισή του. Δογματισμού ο οποίος, εν τέλει, έφθανε, μέσ’ από ένα καταστροφικό «πισωγύρισμα», στο να μετατρέψει την όποια Γνώση είχε προκύψει και πάλι σε απλή πληροφορία. Πληροφορία, που μεταδιδόταν εφεξής μεταξύ των, δήθεν, «επαϊόντων», δίχως δυνατότητα αμφισβήτησής της εκ μέρους τους και, πολύ περισσότερο, τροποποίησης του περιεχομένου της προς την κατεύθυνση οιασδήποτε επιστημονικώς αποδεκτής εξέλιξής της.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β2) Αυτό, ακριβώς, το καταστροφικό «πισωγύρισμα» της ανθρώπινης Σκέψης και της καθήλωσής της στην «κατεστημένη» πληροφορία απέτρεψε το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, στην πορεία της ελεύθερης δημιουργίας του. Ουσιαστικώς δε το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα ουδέποτε, ακόμη και στις απαρχές της «ανόδου» του, συμβιβάσθηκε με μια τέτοια μεθοδολογική στασιμότητα που είναι, εκ των πραγμάτων και διαχρονικώς, ο κυριότερος «εχθρός» της Επιστήμης. Και υπενθυμίζεται εκ νέου: Το «άλμα» αυτό του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος δεν κατανοήθηκε πλήρως ακόμη και με τα πνευματικά «εργαλεία» των απαρχών της σύγχρονης εποχής. Χρειάσθηκε πολύς χρόνος και μεγάλη προσπάθεια για να οριοθετηθεί επαρκώς το μέγεθος των «επαναστατικών» καινοτομιών της περιόδου και της συνεισφοράς των Προσωκρατικών στο πεδίο της επιστημονικής εξέλιξης, ιδίως κατά το αρχικό της στάδιο.<br>γ) Αλήθεια πόσο αργότερα, άραγε, ο Max Weber, στην μελέτη του «Η επιστήμη ως επάγγελμα», ανέδειξε ότι η Επιστήμη σημαίνει το «ξεμάγεμα του κόσμου», την «απομάγευση του κόσμου» («die Entzauberung der Welt»), ήτοι την απαλλαγή της Σκέψης, κατά την έρευνα του Κόσμου τούτου, από τα «μάγια» του κάθε είδους μύθου!<br>γ1) Βεβαίως, και για ν’ αποδοθούν «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», είχε προηγηθεί η σκέψη του René Descartes και του Francis Bacon, που εξέφρασαν την πλήρη αντίθεσή τους στην αυθεντία της παράδοσης, στην εξωλογική πίστη, στο δόγμα σε κάθε πεδίο της γνώσης. Αλλά και η σκέψη του Gottfried Wilhelm Leibniz, μέσω της «αρχής του αποχρώντος λόγου», σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν «θαύματα», τίποτα στον Κόσμο μας δεν συμβαίνει χωρίς λόγο. Descartes, Bacon και Leibniz -όπως και άλλοι φιλόσοφοι, σε μικρότερο όμως βαθμό- ανέδειξαν πως ό,τι συμβαίνει στον Κόσμο δεν είναι προϊόν κάποιας «θείας» παρέμβασης ούτε καν κάποιας «μοιραίας», οιονεί νομοτελειακής, εξέλιξης, ανεπίδεκτης λογικής έρευνας και επεξήγησης.<br>γ2) Όλως αντιθέτως, κάθε φαινόμενο έχει την αιτία του, άρα η πρόοδος της Επιστήμης μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους αιτίου και αποτελέσματος. Όπου ως αίτιο εμφανίζεται αυτό, το οποίο επιτρέπει στο αιτιατό να προκύψει υπό συνθήκες δυνατότητας επιστημονικής απόδειξης, που φυσικά και υπόκειται στην διαρκή δοκιμασία της επιλάθευσης. Και με τον τρόπο αυτό, όπως υποστήριξε ο θεμελιωτής της νεότερης επαγωγικής μεθόδου Francis Bacon: «Scientia nihil aliud est quam veritatis imago» («Η Επιστήμη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εικόνα της Αλήθειας»). Της ίδιας αλήθειας την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχαν αρχίσει ν’ αναζητούν αιώνες πριν οι Προσωκρατικοί, απορρίπτοντας εκ προοιμίου την «τύχη» και το «τυχαίο» ως μέσα εξήγησης των φυσικών, κυρίως, φαινομένων.<br>δ) Οι Προσωκρατικοί λοιπόν, στις ακτές της Ιωνίας, παρατηρώντας τον Κόσμο που απλωνόταν γύρω τους πήραν την εμπειρία και την πληροφορία, η οποία εκπορεύεται από αυτήν, και οργανώνοντας τον φιλοσοφικό στοχασμό στα πεδία της λογικής, της μεταφυσικής και της επιστημολογίας την μετέτρεψαν σε ουσιαστική, εξελικτικώς αναπαραγόμενη, Γνώση. Επέκεινα, βασιζόμενοι πρωτίστως στην μεθοδική αποδεικτική διαδικασία -την οποία εφάρμοσαν π.χ. ο Ιπποκράτης και ο Αριστοτέλης- παρήγαγαν «Σοφία». Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, Επιστήμη. Βασικό τους όπλο υπήρξε η «πραγματική σκέψη», όπως την «κωδικοποίησε» ο Κορνήλιος Καστοριάδης ως μέθοδο που επιτρέπει, διαδοχικώς:<br>δ1) Αρχικώς την «εξήγηση», που σημαίνει την αναγωγή ενός φαινομένου στις ρίζες και στις αιτίες του.<br>δ2) Έπειτα την «κατανόηση», που σημαίνει την δημιουργία νοημάτων για την σύλληψη της σημασίας της εξήγησης.<br>δ3) Και, τελικώς, την «διαύγαση», που σημαίνει την μέσω της εξήγησης και της κατανόησης ολιστική σύλληψη της Γνώσης. Κάπως έτσι το Πνεύμα φθάνει στον τελευταίο σταθμό του «ταξιδιού» της επιστημονικής δημιουργίας, που είναι η Φιλοσοφία.</p>



<ol class="wp-block-list" start="2">
<li>Τα όσα προηγήθηκαν αρκούν για να καταδείξουν ότι δεν πρέπει να προσπεράσει κανείς «αβασάνιστα» το γεγονός, πως οι Προσωκρατικοί -και οι επίγονοί τους βεβαίως, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο ενός είδους «επιλάθευσης», όπως εκτίθεται ειδικότερα στην συνέχεια- ακριβώς επειδή υπήρξαν συνεπείς πολέμιοι της πνευματικής «αιχμαλωσίας» του μύθου και του δόγματος, ουδέποτε επιφύλαξαν στο έργο τους ένα είδος επιστημονικού «αλαθήτου».<br>α) Όλως αντιθέτως, είχαν πλήρη επίγνωση -τόσο ενωρίς, που και σήμερα προκαλεί ένα είδος επιστημονικού «δέους»- ότι το «επιφαινόμενο» δεν αποδίδει αυτονοήτως την αλήθεια, χρειάζεται έρευνα σε βάθος για την αποκάλυψή της. Έρευνα, η οποία πρέπει να είναι διαρκής και αδιάλειπτη, επιπλέον δε πρέπει να έχει ως αφετηρία την επίγνωση αυτού τούτου του εαυτού μας. Κατά τον Ηράκλειτο, «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» (Diels-Kranz, 53, 101).</li>



<li><br>α1) Το ότι το «επιφαινόμενο», κατά τους Προσωκρατικούς, δεν αποδίδει αυτονοήτως την αλήθεια καταδεικνύει η ρήση του Ηρακλείτου, αναφορικά με την τάση της φύσης ν’ αντιτίθεται στην «αποκρυπτογράφηση των μυστικών της» : «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ» (Diels-Kranz, 53,123). Την διαχρονική επικαιρότητα της ως άνω διαπίστωσης του Ηρακλείτου αναδεικνύει -βεβαίως τηρουμένων των επιστημονικών αναλογιών, και μάλιστα μετά την παρέλευση χιλιετιών επιστημονικής αναζήτησης- π.χ. το μεγάλο «μυστήριο», και σήμερα και ποιος ξέρει για πόσο χρόνο ακόμη, ως προς την σύνθεση του Σύμπαντος. Συγκεκριμένα, και παρ’ όλη την αλματώδη επιστημονική πρόοδο εν προκειμένω, ελάχιστα γνωρίζουμε για το 95%, περίπου, της σύνθεσης του Σύμπαντος, το οποίο απαρτίζουν η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια, κατά το 26,8% και 68,3% αντιστοίχως. Κατ’ ακρίβεια, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι -και αυτό υπό όρους πιθανολόγησης- η μεν σκοτεινή ύλη κρατά «δεμένους» τους γαλαξίες μεταξύ τους, ως μια μορφή «συμπαντικού chainage». Η δε σκοτεινή ενέργεια συνιστά την «κινητήρια δύναμη» της αέναης διαστολής του Σύμπαντος, η οποία ξεκίνησε αμέσως μετά την «Μεγάλη Έκρηξη».<br>α2) Υπό τις ως άνω συνθήκες, και με αφετηρία π.χ. τις ρήσεις του Ηρακλείτου, «πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει»(Πλάτωνος, Κρατύλος, 402α) και του Πρωταγόρα, «πάντων χρηµάτων µέτρον ἄνθρωπος» (Πλάτωνος, Θεαίτητος, 152α), οι Προσωκρατικοί έβαλαν πρώτοι στον χώρο της Επιστήμης τον «θεμέλιο λίθο» της «σχετικότητας», φυσικά υπό την ευρεία του όρου έννοια. Άρα, έστω και εμμέσως, της «επιλάθευσης» -και πάλι υπό την ευρεία του όρου έννοια- που, επειδή δεν θεωρεί τίποτε δεδομένο, ανοίγει τον δρόμο της αναγνώρισης του σφάλματος, προκειμένου η επιστημονική έρευνα να εξελιχθεί ως την τελική, οριακή, αποστολή της. Και έτσι συνιστά τον θεμέλιο λίθο της Επιστημονικής Μεθόδου. Είναι, λοιπόν, οι Προσωκρατικοί που, κατ’ αποτέλεσμα, υπήρξαν οι «προπομποί» εμπνευστές του Karl Popper, όταν έγραφε για την «ανοιχτή κοινωνία και τους εχθρούς της» -ο ίδιος, άλλωστε, τ’ ομολογεί, ουσιαστικώς ευθέως, στο έργο του «Ο κόσμος του Παρμενίδη, Δοκίμια για τον προσωκρατικό διαφωτισμό» (εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2002)- και του Thomas Kuhn, όταν θεμελίωνε την θεωρία του για την «δομή των επιστημονικών επαναστάσεων».</li>



<li><br>α3) Δεν ήταν, άραγε, αυτοί που –για ν’ αναχθούμε στο κατά Kuhn πρότυπο της «επιστημονικής επανάστασης»- αποτέλεσαν ένα είδος, βεβαίως πρωτόλειας, «επιστημονικής κοινότητας», η οποία διαμόρφωσε περαιτέρω ένα, επίσης πρωτόλειο, «επιστημονικό παράδειγμα»; Και μάλιστα αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο της μελλοντικής αμφισβήτησής του και αντικατάστασής του από ένα νέο «επιστημονικό παράδειγμα», με το ανάλογο «περιβάλλον» μιας, εξίσου νέας, «επιστημονικής κοινότητας»; Και για να γίνει σαφέστερος αλλά και να τεκμηριωθεί επαρκέστερα ο ισχυρισμός αυτός: Πόσο, άραγε, απέχει από τα δεδομένα της σύγχρονης μεθοδολογικής θεώρησης η άποψη, ότι φεύγοντας ο Λεύκιππος από την Μίλητο και πηγαίνοντας στα Άβδηρα, όπου συναντήθηκε με τον Δημόκριτο, διαμόρφωσε μαζί του -με την ιστορική ακρίβεια να επιβάλλει την αναγνώριση της «μερίδας του λέοντος» επ’ αυτού στον τελευταίο- μια κυριολεκτικώς πρωτόγνωρη, σε σχέση με το παρελθόν των Προσωκρατικών, νέα «επιστημονική κοινότητα», στο επίκεντρο της οποίας κυριάρχησε το «επιστημονικό παράδειγμα» της Ατομικής Θεωρίας ως προς την σύνθεση και την αέναη εξέλιξη του Σύμπαντος;<br>β) Το παράδειγμα της ανάπτυξης της Επιστήμης των, και πάλι υπό την ευρεία του όρου έννοια, Μαθηματικών στην Αρχαία Ελλάδα -κατ’ εξοχήν μέσω της Ελληνικής Γλώσσας- είναι άκρως ενδεικτικό της συνεισφοράς του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος στην ανακάλυψη της Επιστημονικής Μεθόδου. Η αρχή ανάγεται στον 5ο π.Χ. αιώνα, κυρίως με τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο στο πεδίο της Ατομικής Θεωρίας, κατά τα προαναφερθέντα, και τον Πυθαγόρα στο πεδίο των Μαθηματικών. Άκρως αποκαλυπτική είναι η συνέχεια, πρωτίστως με τον Θαλή και τον Ευκλείδη στην Γεωμετρία και τον Διόφαντο στην Άλγεβρα, βεβαίως κατά το επιστημονικό όνομα που πήρε αυτή αργότερα. Είναι δε απαραίτητο εδώ να διευκρινισθεί περισσότερο η σύνδεση της Επιστήμης των Μαθηματικών στην Αρχαία Ελλάδα με την Ελληνική Γλώσσα. Και τούτο διότι αποφασιστική, από πλευράς επιστημονικής δημιουργίας, υπήρξε -φυσικά μεταξύ άλλων- η «συνάντηση» της Ελληνικής Γλώσσας με την Επιστήμη των Μαθηματικών.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">Και αυτή η «συνάντηση» ήταν η αιτία, η οποία εξηγεί το γιατί και άλλοι, βεβαίως, Λαοί στην Αρχαιότητα είχαν αξιοσημείωτη γνώση στον ευρύτερο χώρο των Μαθηματικών. Πλην όμως, οι Έλληνες πρωτοπόρησαν στην θεμελίωση της Επιστήμης των Μαθηματικών, με κολοφώνα τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη, το έργο του Ευδόξου και του Αρχιμήδη -σχετικά με το είδος των Μαθηματικών που είναι γνωστά από τον 17ο αιώνα και μετά ως «απειροστικά μαθηματικά»- και την εν γένει μαθηματική σκέψη του Διοφάντου όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τα εξής:</p>



<p class="wp-block-paragraph">β1) Προφανώς, κάτι υπήρχε ειδικώς στην γλωσσική υφή της Ελληνικής Γλώσσας που αποδείχθηκε πρόσφορο για την σχέση, η οποία διαμορφώθηκε μεταξύ αυτής και των Μαθηματικών. Και τούτο εντοπίζεται, κατά κύριο λόγο, στις εξής δύο «ιδιομορφίες» της. Κατά πρώτο λόγο σε μια ειδική γραμματική προϋπόθεση της Ελληνικής Γλώσσας, συγκεκριμένα στην ύπαρξη του οριστικού άρθρου, κάτι ανύπαρκτο π.χ. στην λατινική γλώσσα. Το οριστικό άρθρο εξελίχθηκε στην μεθομηρική Ελληνική Γλώσσα από την αντωνυμική χρήση του «ο, η, το». Το άρθρο, προτασσόμενο σε συγκεκριμένες γραμματικές δομές της γλώσσας, δημιουργεί «αφηρημένη έκφραση». Και αυτή, στην χρονική συνέχεια, οδηγεί στο «αφηρημένο ουσιαστικό». Το δε «αφηρημένο» είναι, εξ ορισμού και εκ φύσεως, η βάση του σχηματισμού λογικών προτάσεων και συλλογισμών, ένα στοιχείο σύμφυτο με την ανάπτυξη της Μαθηματικής Σκέψης, ιδίως στην πρώιμη φάση της. Η ως άνω ευνοϊκή γραμματική προϋπόθεση συμπορεύθηκε, ως προς την σχέση μεταξύ της Ελληνικής Γλώσσας και της Μαθηματικής Σκέψης, μ’ ένα γενικότερο όρο που διέπει εξ αρχής την Ελληνική Σκέψη: Την «ακατάσχετη» και «καθολική» ροπή προς την κατεύθυνση της εύρεσης της «ατομικής μονάδας» σε κάθε χώρο του επιστητού. Είναι η ροπή που «απομόνωσε», στον εκφερόμενο και ακουόμενο λόγο, τον «φθόγγο», ως την έσχατη ατομική και αδιαίρετη ακουστική μονάδα, που υπήρξε η βάση του μετασχηματισμού του φοινικικού αλφαβήτου σ’ Ελληνικό. Και είναι αυτή η ροπή η οποία «απομόνωσε», με την μέθοδο ιδίως του Δημοκρίτου, το άτομο, αναδεικνύοντάς το ως την έσχατη, άτμητη και αδιαίρετη, μονάδα της ύλης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β2) Καθώς παρατηρεί ο J.L.Gardies (L’organisation des mathématiques grecques de Théétète à Archimède, Paris, εκδ. Vrin, 1997, σελ. 270 και κυρίως 276 επ.), μοναδική υπήρξε η συμβολή των Αρχαίων Ελλήνων στον τομέα των Μαθηματικών, σε ό,τι αφορά την σύνθεση προβλήματος και απόδειξης. Και για την ακρίβεια, σε ό,τι αφορά από την μια πλευρά την διαμόρφωση του προβλήματος, μέσω της διατύπωσης του θεωρήματος με την μαθηματική εκείνη ιδιότητα, η οποία του προσδίδει την πιο γενική μορφή. Και, από την άλλη πλευρά, την προσθήκη, στην διαδικασία λύσης του προβλήματος, της κατάλληλης απόδειξης. Επιπροσθέτως, στο σημείο αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται το ότι η παραγωγή και η επαγωγή αναπτύχθηκαν στην Ελληνική διανόηση πολύ ενωρίς, με την εμφάνιση της εμπειρικής γλώσσας των Ιώνων στην Φιλοσοφία και ήδη στην Αρχαϊκή Ποίηση. Μέσα, λοιπόν, από αυτή την εμβληματική «διαδρομή» η Ελληνική Γλώσσα κατέστησε εφικτή και την δημιουργία γλωσσικών διατυπώσεων τέτοιας «αφαιρετικότητας», ώστε να μπορεί να «συντονίζεται» ευχερώς ακόμη και με ακραίως αφηρημένες μαθηματικές έννοιες. Γι’ αυτό και η Ελληνική Γλώσσα αναδείχθηκε στην πιο κατάλληλη «μεταγλώσσα» ως προς τα Μαθηματικά, προκαλώντας την «έκρηξη» της εν γένει μαθηματικής γνώσης.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β3) Η προαναφερόμενη όμως -μοναδική όπως τονίσθηκε- συμβολή των Αρχαίων Ελλήνων στην δημιουργία της Επιστήμης των Μαθηματικών κατέστη δυνατή μέσω της εξίσου μοναδικής, όπως επίσης προαναφέρθηκε, ιδιοσυστασίας της Ελληνικής Γλώσσας. Εξ ού και Λαοί που δεν διέθεταν το κατάλληλο «γλωσσικό εργαλείο» δεν κατάφεραν να κάνουν ανάλογα επιστημονικά βήματα. Κατ’ ουσία δε, η ως άνω ιδιοσυστασία έγκειται, πρωτίστως, στο ότι η Ελληνική Γλώσσα είναι οιονεί «ιδανική» στο πεδίο της παραγωγής «συμβόλων», ικανών ν’ απεικονίσουν επαρκώς την Σκέψη, έτσι ώστε να δομηθεί η αναγκαία, για την συνολική επιστημονική δημιουργία, «κιβωτός γνώσεων». Κυρίως δε η «κιβωτός γνώσεων» που άνοιξε τον δρόμο στην θεμελίωση και εξέλιξη της Επιστήμης των Μαθηματικών (βλ., αντί άλλης παραπομπής, Χρ. Φίλη «Οι Αρχαιοελληνικές Καταβολές των Σύγχρονων Μαθηματικών», εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2010, σελ. 877).Είναι ιδιαιτέρως ενδεικτικό προς αυτή την κατεύθυνση ότι τα σύμβολα διευκόλυναν καθοριστικώς και την χρήση των αριθμών ως, κατά την φύση τους και τον προορισμό τους, βάσης της μαθηματικής σκέψης, όπως συνάγεται και από τα εξής: Ετυμολογικώς η λέξη «αριθμός» προκύπτει από την σύνθεση του ρήματος «αραρίσκω» &#8211; αναδιπλασιασμένος τύπος του «άρω» &#8211; που σημαίνει, μεταξύ άλλων, την αρμονική σύνδεση δεδομένων μεταξύ τους, και του ουσιαστικού το «ίθμα», που σημαίνει το «βήμα». Με άλλες λέξεις, ο «αριθμός» είναι το μέσο για να τεθεί κάτι στην σωστή του θέση σε σχέση με συγγενή δεδομένα, και υπ’ αυτό το πρίσμα ο αριθμητικός συλλογισμός μπορεί να κάνει τα επόμενα βήματα, κυρίως για την διατύπωση ενός προβλήματος. Ακριβώς αυτή την λειτουργία των αριθμών διευκόλυναν καθοριστικώς, όπως προεκτέθηκε, τα σύμβολα, κατ’ εξοχήν ως προς την διατύπωση ενός προβλήματος. Πολλώ μάλλον αφού, όπως η ίδια η Ιστορία των Επιστημών έχει τεκμηριώσει, προ της χρήσης των συμβόλων, με «όχημα» διαμόρφωσής τους την Ελληνική Γλώσσα, δεν είχε «αναδυθεί» επαρκώς η επιστημονική προσέγγιση και καλλιέργεια των Μαθηματικών.</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β4) Μέσω των «εργαλείων» της Ελληνικής Γλώσσας εξελίχθηκε και η μαθηματική σκέψη του Διοφάντου του Αλεξανδρέως. Και τούτο, διότι η ιδιοσυστασία της Ελληνικής Γλώσσας επέτρεψε στον Διόφαντο ν’ ανοίξει τον δρόμο στην «πρόδρομη» κατάσταση της διαμόρφωσης ενός μαθηματικού προβλήματος, υπό όρους που καταλήγουν στις λεγόμενες «πολυωνυμικές αλγεβρικές εξισώσεις», όπως είναι η «διώνυμη εξίσωση» αxn =bxm ή η «τριώνυμη εξίσωση» . Καθώς επίσης γίνεται δεκτό, ότι η αναζήτηση των λεγόμενων «Πυθαγόρειων τριάδων» -ήτοι ακέραιων λύσεων της εξίσωσης «χ2 + ψ2 = γ2»- αποτελεί μέρος των κλασικών προβλημάτων της όλης ανάλυσης του Διοφάντου. Δικαίως, λοιπόν, τ’ «Αριθμητικά» του Διοφάντου -σε δεκατρία βιβλία, από τα οποία σώζονται έξη στην Ελληνική Γλώσσα και τέσσερα σε αραβική μετάφραση- θεωρούνται, και σήμερα, «θεμέλιο» της δημιουργίας της παράδοσης, η οποία οδήγησε στην δημιουργία της αλγεβρικής σκέψης και ανάλυσης της νεότερης εποχής. Διότι, όπως έχει γράψει ο J.Klein, η «σύγχρονη άλγεβρα και ο σύγχρονος φορμαλισμός προέκυψαν από την ενασχόληση του Viète με τον Διόφαντο» (βλ. J. Klein, «Ο κόσμος της Φυσικής και ο “φυσικός” κόσμος», μετ. Δ. Λάππας, Μ. Μυτιληναίος, Γ. Σαγιάς, Τ. Σπύρου, Γ. Χριστιανίδης, Νεύσις 7 (1998), 41-74. Το αγγλικό κείμενο δημοσιεύθηκε το 1981, στο περιοδικό «The St. Johns Review» και ανατυπώθηκε στην συλλογή, R.B. Williamson and E. Zucherman (επιμ.) «Jacob Klein: Lectures and Essays», Annapolis, Maryland, St. John’s College Press, 1985, 1-34). Ας σημειωθεί ότι ο όρος «Άλγεβρα» ανήκει στον Πέρση μαθηματικό, αστρονόμο και γεωγράφο Αμπού Μουσά αλ-Χουαρίζμι. Ο οποίος πολύ αργότερα, τον 9ο αιώνα -κοντά 500 χρόνια μετά τον Διόφαντο- παρουσίασε, είναι αλήθεια για πρώτη φορά, την συστηματική επίλυση της δευτεροβάθμιας πολυωνυμικής εξίσωσης. Αξίζει, λοιπόν, ν’ αναρωτηθούμε: Θα είχε, άραγε, οδηγηθεί ο αλ-Χουαρίζμι, έστω και στα χρόνια του, στην αλγεβρική του ανάλυση δίχως την πρωτοποριακή μαθηματική «παρακαταθήκη» του Διοφάντου αναφορικά με την δημιουργία των, «πρόδρομων» κατά τα προλεχθέντα, αλγεβρικών τεχνικών επίλυσης προβλημάτων, μέσω της «αφαιρετικής» δύναμης της Ελληνικής Γλώσσας;</p>



<p class="wp-block-paragraph"><br>β5) Σ’ επίρρωση των ανωτέρω αξίζει να γίνει, εν προκειμένω, ειδική αναφορά στο σύγγραμμα του Reviel Netz, Καθηγητή Ελληνικών Μαθηματικών και Αστρονομίας στο Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ -ενός εκ των κορυφαίων μελετητών του έργου του Αρχιμήδη- με τίτλο: «Η διαμόρφωση της Παραγωγικής Μεθόδου στα Ελληνικά Μαθηματικά-Μια μελέτη υπό το πρίσμα της γνωσιακής επιστήμης» (απόδοση στα ελληνικά Β. Σπυρόπουλου, επιστημονική επιμέλεια Γ. Χριστιανίδη και Μ. Σιάλαρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2019). Στο σύγγραμμα αυτό μελετάται ένα θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την όλη ιστορία του Δυτικού Πολιτισμού. Ήτοι η διαμόρφωση της παραγωγικής απόδειξης στα Κλασικά Ελληνικά Μαθηματικά. Η εντυπωσιακή, κυριολεκτικώς, πρωτοτυπία του ως άνω έργου του Reviel Netz έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας εστιάζει την ανάλυσή του σε δύο, θεμελιώδη, χαρακτηριστικά της πρακτικής των Ελληνικών αποδείξεων, το εγγράμματο διάγραμμα και την τεχνική, λογοτυπική γλώσσα. Δίχως μάλιστα να παραλείπει, έστω και κατ’ ελάχιστο, την ανάδειξη των υλικών και κοινωνικών συνθηκών αλλά και των πρακτικών, εντός των οποίων τα κατά τ’ ανωτέρω χαρακτηριστικά «αναδύθηκαν», μέσα στην πορεία της εξέλιξης των Ελληνικών Μαθηματικών. Ειδικότερα, ο Reviel Netz ανέδειξε ότι οι τεχνικές που τότε ανέπτυξαν οι Έλληνες Μαθηματικοί -εστιάζοντας την μελέτη του στον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη και τον Απολλώνιο- για την κατασκευή γραμμάτων στα διαγράμματά τους και, συνακόλουθα, η συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ του κειμένου και του διαγράμματος στις αποδείξεις τους, υπήρξαν καίριας σημασίας για την «γέννηση» της παραγωγικής απόδειξης. Με τον τρόπο αυτόν ο Reviel Netz κατάφερε ν’ αποσαφηνίσει, επαρκώς, και τις υποκείμενες γνωστικές διαδικασίες. Το γεγονός, όμως, αυτό έχει και μια δεύτερη, ευρύτερη, σημασία που αφορά την πορεία της όλης Επιστήμης στην Δύση, άρα την πορεία αυτού τούτου του Δυτικού Πολιτισμού. Είναι δε χαρακτηριστικά τα όσα, συνοπτικώς, υπογραμμίζει ο ίδιος ο Reviel Netz στην εισαγωγή, την οποία έγραψε για την ελληνική έκδοση του προμνημονευόμενου συγγράμματός του: «Οι Έλληνες μαθηματικοί ανακάλυψαν μια συγκεκριμένη πρακτική και ένα συγκεκριμένο σύνολο εργαλείων, που κατέστησαν δυνατό ένα συγκεκριμένο έργο: Την συνεπή άσκηση της παραγωγικής απόδειξης. Αυτό θα παίξει ουσιαστικό ρόλο στην ανάδυση της δυτικής επιστήμης. Η προοπτική της απόδειξης οδήγησε στην μαθηματικοποίηση του συνόλου της επιστήμης, και εν τέλει στο νευτώνειο πρόγραμμα το οποίο, με την επιτυχία του, άνοιξε το δρόμο για την βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο της Δύσης» (όπ. παρ., σελ. XV-XVI).</p>



<p class="wp-block-paragraph"><strong>ΙΙΙ. Ο Ελληνικός Πολιτισμός «στην υπηρεσία» του Διαλόγου των Πολιτισμών με διαχρονικό δυναμισμό και αδιάλειπτη συνέπεια<br></strong>Οι σκέψεις που προηγήθηκαν αναδεικνύουν, έστω και εν συνόψει, την γέννηση και εξέλιξη του Ελληνικού Πολιτισμού, με στήριγμα ιδίως τις «αντιρίδες» της Ελληνικής Γλώσσας και της Παιδείας, την οποία διαμόρφωσε σταδιακώς. Επιπλέον –και με αμάχητα πλέον ιστορικά τεκμήρια- πρέπει να δεχθούμε ότι η νίκη των Ελλήνων κατά τους Μηδικούς Πολέμους -νίκη που επισφράγισαν η Μάχη των Θερμοπυλών και η Ναυμαχία της Σαλαμίνας- σηματοδότησε και το όριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ιδίως υπό την έννοια ότι τότε οι Έλληνες υπερασπίσθηκαν, μέσ’ από τις αρχές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας και απέναντι στον ανελεύθερο και δογματικό δεσποτισμό, και τα θεμέλια του οικοδομήματος αυτού τούτου του Πολιτισμού τους.<br>Α. Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ</p>



<p class="wp-block-paragraph">Στην ουσία, οι Έλληνες υπερασπίσθηκαν τον Πολιτισμό του ελεύθερου Πνεύματος της Γνώσης και της Επιστήμης, ο οποίος αναζητεί, αδιαλείπτως, την Αλήθεια και δεν συμβιβάζεται με την «αυθεντία» του δόγματος και της «κατεστημένης» άποψης.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Άρα, την εποχή εκείνη οι Έλληνες υπερασπίσθηκαν τον Πολιτισμό, ο οποίος όχι μόνον αποτελεί, σήμερα και στο μέλλον, τον πρώτο πυλώνα του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, που προέκυψε ακριβώς μέσ’ από την προμνημονευόμενη χάραξη του ορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης.<br>α) Αλλά, επιπλέον, γονιμοποίησε, με καθοριστικό τρόπο, τόσο τον δεύτερο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, την Αρχαία Ρώμη. Δοθέντος ότι οι πνευματικοί της ορίζοντες -ακόμη δε και οι απαρχές της κορυφαίας, για τα δεδομένα της εποχής, Νομικής Επιστήμης που ανέπτυξε- διαμορφώθηκαν μέσ’ από το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, ιδίως σε ό,τι αφορά την Λογοτεχνία και την Φιλοσοφία. Ας αναχθούμε εδώ στον κορυφαίο αρχαιογνώστη Johann Joachim Winckelmann ο οποίος, ιδίως στο έργο του για την Ιστορία της Τέχνης στην Αρχαιότητα, απέδειξε ότι, με βάση την Επιστήμη και την Τέχνη, ο Ρωμαϊκός Πολιτισμός ήταν, περισσότερο, συνέχεια αλλά και δύναμη εμπλουτισμού -κυρίως στους τομείς της Φιλοσοφίας και της Τέχνης- του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού (βλ. «Geschichte der Kunst des Altertums», 1764).<br>β) Όσο και τον τρίτο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, εκείνον που στηρίζεται στην Χριστιανική Διδασκαλία. Πολλώ μάλλον όταν οι ίδιοι οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας το ομολογούν, ευθέως και ευθαρσώς. Το πιστοποιούν π.χ. ο Μέγας Βασίλειος, στο νουθετήριο παιδαγωγικό δοκίμιό του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφέλοιντο λόγων» και ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Ο οποίος, στο έργο του «Πηγή Γνώσεως», παραδεχόταν «τά κάλλιστα τῶν παρ&#8217; Ἕλλησι σοφῶν», θεωρώντας ότι κάθε τι αγαθό «παρά Θεού τοῖς ἀνθρώποις  δεδώρηται».</li>



<li>Πρέπει να επισημανθεί, εντελώς συνοπτικά, σε αυτό το σημείο ότι το ως άνω κεκτημένο του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού πολλά οφείλει, ως προς την διαμόρφωσή του και διαιώνισή του και στο Βυζάντιο.<br>α) Το οποίο, έτσι, όχι μόνο δεν υπήρξε μέρος του Μεσαίωνα αλλά, όλως αντιθέτως, δίχως αυτό η Αναγέννηση θα είχε αργήσει πολύ να φανεί ή, ίσως, δεν θα είχε καν υπάρξει υπό την μορφή που την ξέρουμε σήμερα. Όλα αυτά επιτρέπουν, επίσης, την συναγωγή του συμπεράσματος, ότι ο ρόλος της Ελλάδας και του Πολιτισμού της, όπως τον ανέδειξε η έκβαση των Μηδικών Πολέμων μέσ’ από την χάραξη του ορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, δεν έχει χάσει τα βασικά του συστατικά στοιχεία.<br>β) Ευλόγως δε μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των εντελώς σύγχρονων γεωπολιτικών συνθηκών, a fortiori ο ρόλος της Ελλάδας και του Πολιτισμού της στις μέρες μας αποκτά νέες, ακόμη πιο σημαντικές, διαστάσεις, αν αναλογισθούμε την ουσία του πραγματικού Διαλόγου των Πολιτισμών. Καθώς και την αναγκαιότητα του Διαλόγου αυτού μέσα στην τρέχουσα διεθνή συγκυρία.</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">Β. Ο Διάλογος των Πολιτισμών<br>Οι κατά τ΄ ανωτέρω διαπιστώσεις, ως προς το τι σηματοδότησαν τότε οι Μηδικοί Πόλεμοι αναφορικά με το όριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μας φέρνουν -φυσικά τηρουμένων όλων των ιστορικών αναλογιών και λαμβανομένης υπόψη της αντίστοιχης, αδήριτης, ιστορικής απόστασης μεταξύ του χθες και του σήμερα– στα όσα τεκταίνονται επί των ημερών μας στην ευρύτερη περιοχή μας.</p>



<ol class="wp-block-list">
<li>Δύσκολα μπορεί ν΄ αμφισβητήσει κανείς ότι η Ελλάδα, πιστή ανά τους αιώνες στις ιστορικές της παρακαταθήκες, παραμένει -και μάλιστα υπό την συγκυρία της «φλεγόμενης» από τις πολεμικές συγκρούσεις ευρύτερης περιοχής μας- ένα είδος «ακραίου ορίου» της Δύσης προς την Ανατολή, εκπροσωπώντας πάντοτε, μέσω του Ελεύθερου Πνεύματος και του Πολιτισμού της, την γνήσια και ανιδιοτελή υπεράσπιση του Ανθρωπισμού, της Ειρήνης, της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας.<br>α) Όριο το οποίο, όμως, δεν είναι προορισμένο να διχάζει και να διευρύνει τις αποστάσεις ανάμεσα στην Δύση και στην Ανατολή. Αλλά, όλως αντιθέτως, κατ΄ εξοχήν μέσω της ιστορικής του διαδρομής αλλά και της ιστορικής του προοπτικής, να χτίζει γέφυρες επικοινωνίας με την Ανατολή. Γέφυρες Ειρήνης, ειρηνικής συνύπαρξης και συνδημιουργίας. Με κυριότερη γέφυρα εκείνη του ισότιμου και εποικοδομητικού Διαλόγου των Πολιτισμών, αφού για τους Έλληνες δεν νοείται «σύγκρουση» μεταξύ Πολιτισμών, τουλάχιστον εκείνων που δικαιολογούν την δημιουργία τους, την ουσία τους και την κατά τον προορισμό τους αποστολή τους.<br>β) Απλώς ενίοτε, όπως δυστυχώς συμβαίνει και στην εποχή μας, οι Πολιτισμοί, για πολλές και διαφορετικές αιτίες, περιχαρακώνονται μέσα στο πεδίο τους και απομονώνονται, δημιουργώντας μεταξύ τους ένα, φαινομενικώς «αγεφύρωτο», χάσμα. Αυτό το χάσμα έχει ως αποστολή να «γεφυρώσει» ο διάλογος των Πολιτισμών, για τον οποίο έγινε λόγος, και στον οποίο η Ελλάδα, μ’ εφόδιο την ιστορική της κληρονομιά, μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει, κατά τρόπο μάλιστα ιδανικό.</li>



<li>Αυτή η, οιονεί «έμφυτη», κλίση του Ελληνικού Πολιτισμού να διαλέγεται, αρμονικά και αποτελεσματικά, με άλλους Πολιτισμούς, ιδίως δε με τους Πολιτισμούς της Ανατολής, πολλά οφείλει στην Ελληνική Γλώσσα, λόγω του άρρηκτου δεσμού της με τον Πολιτισμό μας.<br>α) Δεσμού, ο οποίος προκύπτει -σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν εκτενώς- από το ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός υπήρξε, εξ υπαρχής, Πολιτισμός ιδίως του γραπτού λόγου. Με την έννοια ότι είναι το αποτέλεσμα της γραπτής διατύπωσης και αποτύπωσης των κάθε είδους -και, ιδίως, των μεγάλων- πνευματικών δημιουργημάτων και κατακτήσεων. Ο γραπτός λόγος όμως είναι το μέσο, με το οποίο η γλώσσα πορεύεται στην αιωνιότητα. Άρα, στην βάση του γραπτού λόγου είναι η γλώσσα. Έτσι, η Ελληνική Γλώσσα κατέστη όχι μόνο το μέσο επικοινωνίας ενός Λαού και ενός Έθνους γενικότερα, αλλά και το όργανο διαμόρφωσης της Παιδείας, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του Ελληνικού Πολιτισμού, από την γέννησή του ως την μέχρι σήμερα εξέλιξή του.<br>β) Υπ’ αυτό το πρίσμα η Ελληνική Γλώσσα αποτελεί, δίχως υπερβολή -λόγω της επικοινωνιακής της ιδιομορφίας και του αντίστοιχου και συνακόλουθου «χαρίσματός» της- το πιο πρόσφορο όχημα στο εγχείρημα εμπέδωσης του Διαλόγου των Πολιτισμών.<br>Επίλογος</li>
</ol>



<p class="wp-block-paragraph">Σε ορισμένους, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να φανεί υπερβολικός, όταν βεβαίως η επιχειρηματολογία επικεντρώνεται αποκλειστικώς και μόνο στο πόσο ευρέως ομιλείται μια γλώσσα.<br>Α. Και ναι, είναι αλήθεια ότι στο σύγχρονο διεθνές γίγνεσθαι η Ελληνική Γλώσσα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τρέχουσα καθομιλουμένη. Όμως, το προαναφερόμενο επικοινωνιακό «χάρισμα» της Ελληνικής Γλώσσας οφείλεται στο ότι, ως γλώσσα, πάνω στην βάση της οποίας δημιουργήθηκε, από τα πρώτα της στάδια, η Επιστήμη, είναι και θα είναι διαρκώς «παρούσα» κυρίως στο ειδικό λεξιλόγιο της Διεθνούς Επιστημονικής Κοινότητας, δημιουργώντας αναντικατάστατους «κοινούς τόπους» επικοινωνίας μεταξύ των μελών της, που λειτουργούν ως και σε διεπιστημονικό επίπεδο. Για να διακριβώσει κανείς την αλήθεια του επιχειρήματος αυτού δεν έχει παρά ν’ αναζητήσει και να βρει την Ελληνική Γλώσσα, παρούσα και με αμείωτο δυναμισμό, στην ορολογία, η οποία ισχύει σε κάθε επιστημονικό πεδίο. Και μάλιστα σε οποιοδήποτε πολιτισμικό και γλωσσικό πλαίσιο εντάσσεται το πεδίο αυτό, από την Δύση ως την Ανατολή.<br>Β. Συμπερασματικώς, η Ελληνική Γλώσσα αποτελεί ένα, μοναδικό μάλιστα παγκοσμίως, είδος κοινού «γλωσσικού νομίσματος», το οποίο ισχύει σε όλο το φάσμα της πνευματικής δημιουργίας, άρα και της Επιστήμης, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό πλαίσιο, εντός του οποίου λειτουργεί και «παράγει» το φάσμα τούτο. Και υπό την έποψη αυτή η Ελληνική Γλώσσα, ως κοινή επικοινωνιακή συνισταμένη του Παγκόσμιου Πολιτισμού, διευκολύνει, τα μέγιστα, τον Διάλογο των Πολιτισμών. Αφού κάθε πολιτισμική δημιουργία μπορεί, ως προς τον πυρήνα της, να εκφράζεται με τα «σήματά» της και να τα εκπέμπει για να διαδοθούν ευρέως, urbi et orbi.»</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
