ΗΠΑ-Ιράν: Μετά τη ρητορική έντασης και τα αεροπλανοφόρα ακολουθούν συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη

 ΗΠΑ-Ιράν: Μετά τη ρητορική έντασης και τα αεροπλανοφόρα ακολουθούν συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη
✨ AI Summary

Οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν βρίσκονται σε κρίσιμη φάση με παράλληλη πρόθεση για διάλογο και προετοιμασίες κλιμάκωσης στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Στην Κωνσταντινούπολη αναμένεται να γίνουν συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα, με την Τουρκία να διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή σε μια εύθραυστη διπλωματική ισορροπία.

Η ιρανική ηγεσία διαπραγματεύεται περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου, ενώ οι ΗΠΑ πιέζουν για πλήρη διακοπή και περιορισμό βαλλιστικών πυραύλων, χωρίς να εγκαταλείπουν τη στρατιωτική παρουσία.

Η κατάσταση παραμένει αβέβαιη, με διαρκή ένταση και κίνδυνο αποσταθεροποίησης, καθώς οι δύο πλευρές προσπαθούν να αποφύγουν έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο.

Καθώς η Μέση Ανατολή συνεχίζει να ακροβατεί ξανά ανάμεσα στη διπλωματία και τη σύγκρουση, οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν μπαίνουν σε φάση υψηλού ρίσκου — με τους δύο αντιπάλους να εμφανίζονται ταυτόχρονα πρόθυμοι για διάλογο αλλά και έτοιμοι για κλιμάκωση. Οι πληροφορίες για επικείμενες συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη, σε επίπεδο ειδικών απεσταλμένων, δείχνουν ότι —παρά τη σκληρή ρητορική και τις στρατιωτικές προετοιμασίες— κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν θεωρεί πλέον ρεαλιστική μια ανοικτή σύγκρουση χωρίς πρώτα να εξαντληθούν τα διπλωματικά περιθώρια.

Το υπόβαθρο, όμως, είναι βαρύ και δηλητηριώδες: ενισχυμένη αμερικανική ναυτική παρουσία στον Περσικό Κόλπο, εσωτερικές αναταραχές στο Ιράν, πρόσφατα πλήγματα σε ιρανικές εγκαταστάσεις και ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που εκτείνεται από τη Γάζα και τον Λίβανο έως την Υεμένη και το Ιράκ. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ένταση — είναι ποιος θα την ελέγξει και ποιος θα την αφήσει να ξεφύγει.

Σύμφωνα με διεθνή πρακτορεία, ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί αναμένεται να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη, σε έναν νέο γύρο συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.

Η επιλογή της Τουρκίας ως τόπου συνάντησης δεν είναι τυχαία: η Άγκυρα, μαζί με το Κατάρ και την Αίγυπτο, επιχειρεί να παίξει ρόλο διαμεσολαβητή, σε μια συγκυρία όπου ο κίνδυνος ενός νέου περιφερειακού πολέμου θεωρείται υπαρκτός. Και αυτό ακριβώς είναι το «κλειδί»: η συνάντηση δεν γίνεται επειδή οι σχέσεις βελτιώθηκαν — γίνεται επειδή και οι δύο πλευρές φοβούνται τι θα συμβεί αν δεν γίνει.

  • Στο επίκεντρο βρίσκονται τα πυρηνικά, η άρση των κυρώσεων και οι βαλλιστικοί πύραυλοι. Η Ουάσιγκτον, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να βάζει στο τραπέζι τρεις απαιτήσεις-ορόσημα: πλήρη διακοπή του εμπλουτισμού ουρανίου στο ιρανικό έδαφος, περιορισμό του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και τερματισμό της υποστήριξης της Τεχεράνης προς τους περιφερειακούς της συμμάχους. Για την Τεχεράνη, ωστόσο, αυτό δεν είναι απλώς σκληρή διαπραγμάτευση — είναι ευθεία αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας και της αποτρεπτικής της ικανότητας. Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό οξύμωρο: οι ΗΠΑ ζητούν «ασφάλεια», το Ιράν απαντά ότι χωρίς αυτά χάνει την ασφάλειά του.

Η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ιδεολογική ακαμψία. Από τη μία, αφήνει ανοιχτό παράθυρο ευελιξίας στο θέμα του εμπλουτισμού — ακόμη και για παράδοση σημαντικών ποσοτήτων ουρανίου υψηλού βαθμού ή μείωση από το 60% στο 20%— υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει αντίτιμο ή αξιόπιστη διαδικασία για άρση κυρώσεων. Από την άλλη, στελέχη του καθεστώτος επαναλαμβάνουν ότι οι πυραυλικές δυνατότητες και η τεχνογνωσία αποτελούν «κόκκινες γραμμές». Με άλλα λόγια: διαπραγματεύονται το «πόσο» και το «πώς», αλλά όχι το «αν» θα έχουν εργαλεία αποτροπής.

Η Ουάσιγκτον, την ίδια ώρα, στέλνει διπλά μηνύματα. Ο Τραμπ δηλώνει ότι προτιμά τη διπλωματία και ότι το Ιράν «μιλά σοβαρά», όμως ταυτόχρονα ενισχύει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, με αεροπλανοφόρα και μονάδες κρούσης κοντά στα ιρανικά ύδατα. Η ρητορική περί «τελικής προθεσμίας» λειτουργεί ως μοχλός πίεσης — αλλά όσο δυναμώνει η πίεση, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος ενός ατυχήματος, μιας παρερμηνείας, μιας λάθος κίνησης που θα κάνει την ένταση μη αναστρέψιμη.

  • Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι πρόσφατες δορυφορικές εικόνες από τις εγκαταστάσεις της Νατάνζ και του Ισφαχάν, που δείχνουν εργασίες αποκατάστασης μετά τους βομβαρδισμούς του προηγούμενου έτους. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις ότι ο εμπλουτισμός έχει ανασταλεί, δυτικές εκτιμήσεις θεωρούν ότι το Ιράν κρατά το πιο πολύτιμο χαρτί του: τη δυνατότητα να επανεκκινήσει κρίσιμες διαδικασίες σε σύντομο χρόνο. Αυτό είναι και το βασικό άγχος της Δύσης: όχι μόνο η «βόμβα», αλλά το να φτάσει η Τεχεράνη σε σημείο μη επιστροφής — να έχει δηλαδή την τεχνική ετοιμότητα που καθιστά κάθε διαπραγμάτευση εκ των υστέρων εξαιρετικά αδύναμη.

Το περιφερειακό πλαίσιο κάνει την εξίσωση ακόμα πιο σύνθετη. Η επιρροή του Ιράν έχει δεχθεί πλήγματα, ιδίως μετά τις ισραηλινές επιθέσεις σε οργανώσεις που θεωρούνται σύμμαχοι της Τεχεράνης, ενώ οι ισορροπίες στη Συρία και στην ευρύτερη περιοχή μεταβάλλονται. Όλα αυτά περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών της ιρανικής διπλωματίας, που αναζητά μια συμφωνία ικανή να προσφέρει οικονομική ανάσα, χωρίς να εκληφθεί στο εσωτερικό ως ταπεινωτική υποχώρηση.

Για την Τεχεράνη, το βασικό διακύβευμα δεν είναι μόνο τα πυρηνικά· είναι η ίδια η αντοχή του καθεστώτος μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής ασφυξίας και κοινωνικής δυσαρέσκειας. Οι πρόσφατες μαζικές κινητοποιήσεις και η σκληρή καταστολή τους αποκάλυψαν ρήγματα. Μια έστω μερική χαλάρωση κυρώσεων θα έδινε χρόνο και πόρους. Αντίθετα, μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να λειτουργήσει είτε ως «συσπείρωση» είτε ως επιταχυντής αποσταθεροποίησης — κανείς δεν μπορεί να το εγγυηθεί.

  • Για τις ΗΠΑ, το Ιράν είναι ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία. Απειλή, γιατί μια ιρανική πυρηνική δυνατότητα αλλάζει το στρατηγικό τοπίο και προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε Ισραήλ, Σαουδική Αραβία και Τουρκία. Ευκαιρία, γιατί μια συμφωνία μπορεί να παρουσιαστεί ως διπλωματική επιτυχία σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας. Όμως η συμφωνία που «γράφεται» στα χαρτιά πρέπει να μπορεί και να «περπατήσει» στο πεδίο — και εκεί κρύβονται οι παγίδες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι δύο πλευρές μπορούν να μετατρέψουν την αμοιβαία καχυποψία σε λειτουργικό συμβιβασμό. Οι ενδείξεις δείχνουν ένα μοντέλο «βήμα προς βήμα»: περιορισμένες δεσμεύσεις από το Ιράν, σταδιακή χαλάρωση της πίεσης από τις ΗΠΑ και διαρκής διαμεσολάβηση τρίτων. Πρόκειται, όμως, για μια εύθραυστη ισορροπία: μπορεί να καταρρεύσει αν κάποια πλευρά επιλέξει την επίδειξη ισχύος αντί της πολιτικής διαπραγμάτευσης — ή αν απλώς συμβεί κάτι «μικρό» που θα παρουσιαστεί ως «μεγάλο».

Σε τελική ανάλυση, οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν δεν οδηγούνται ούτε σε άμεση συμφιλίωση ούτε σε αναπόφευκτη σύγκρουση. Οδηγούνται σε μια παρατεταμένη φάση ελεγχόμενης έντασης, όπου η διπλωματία λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός αποτροπής πολέμου παρά ως πλήρης επίλυση διαφορών. Το αν αυτή η ισορροπία θα αντέξει ή θα σπάσει, θα κριθεί όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στον τρόπο που θα κινηθούν οι περιφερειακοί παίκτες σε μια Μέση Ανατολή που παραμένει —ίσως περισσότερο από ποτέ— πεδίο διαρκούς γεωπολιτικής αναμέτρησης.

Σχετικά Άρθρα