Καθυστερεί ο Τσίπρας, ή μήπως καλά κάνει;
LIVE C
Ο Αλέξης Τσίπρας καθυστερεί στην ίδρυση του νέου κόμματος, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τη δημοσκοπική του απήχηση και τους πολιτικούς του στόχους.
Η ανάγκη για ένα αξιόπιστο πολιτικό υποκείμενο στην αντιπαράθεση εντείνεται, καθώς ο αντισυστημισμός κερδίζει έδαφος με πάνω από 30% του εκλογικού σώματος.
Ο Τσίπρας επιδιώκει σταδιακή προγραμματική σύγκλιση σοσιαλδημοκρατίας, οικολογίας και ριζοσπαστικής αριστεράς, αποφεύγοντας βιαστικές κινήσεις και επιμένοντας σε τεκμηριωμένο σχέδιο.
Η ίδρυση του κόμματος Καρυστιανού και το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ θα καθορίσουν τις συμμαχίες και τη θέση του νέου κόμματος στο πολιτικό φάσμα.
Στην πολιτική και μιντιακή ομήγυρη κυκλοφορεί η αίσθηση πώς ο Αλέξης Τσίπρας καθυστερεί στο επόμενο βήμα του για την ίδρυση του προαναγγελθέντος κόμματος, κι αυτό επηρεάζει την δημοσκοπική του απήχηση. Και πώς αυτό επιδρά αρνητικά στους στόχους του δεδομένης της δημοσκοπικά εντυπωσιακής εισόδου του “φαινομένου Καρυστιανού” στο πολιτικό τοπίο.
Αυτή η αίσθηση και, συνδυαστικά, η αναμονή της επιστροφής Τσίπρα ίσως υποδηλώνει και την ανάγκη που νοιώθουν οι ψυχραιμότεροι και ορθολογιστές (ακόμα και κορυφαία στελέχη του κυβερνώντος κόμματος) για την προσθήκη ενός πραγματικά πολιτικού υποκειμένου στην κομματική αντιπαράθεση. Όχι μόνο γιατί πρέπει να προκύψει ένα –μικρότερο ή μεγαλύτερο, μένει να το δούμε- “αντίπαλο δέος” στην μειούμενη αλλά ακόμα πολύ ισχυρή κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη (δευτερευόντως της Ν.Δ), αλλά, κυρίως, επειδή ο πρώην πρωθυπουργός έχει μόνο να προσθέσει σε έναν πολιτικό χάρτη που χάνει συνεχώς εδάφη από το μπλοκ του αντισυστημισμού και ανορθολογισμού.
Ας είμαστε ρεαλιστές. Το ζήτημα δεν είναι τόσο εάν ο Τσίπρας μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη στις εκλογές του 2027- με βάση τις προβλέψεις των μετρήσεων και την κοινή λογική κάτι τέτοιο είναι από πολύ δύσκολο έως αδύνατο. Η άμεση ανάγκη αφορά την σταδιακή αποκατάσταση μίας ουσιαστικής αναμέτρησης προγραμματικών σχεδίων και πολιτικών διαφωνιών.
Θα το επιτρέψει αυτό η πόλωση και η τοξικότητα; Αναμφίβολα θα αντισταθούν εκείνοι που τις εκπροσωπούν (όχι μόνο κάποια κόμματα, παλαιότερα, πιό πρόσφατα και υπό ίδρυση, αλλά και πρόσωπα μέσα στα κόμματα εξουσίας). Ο λεγόμενος αντισυστημισμός εδραιώνεται ταχύτατα και καταλαμβάνει (δημοσκοπικά) πάνω από το 30% του εκλογικού σώματος, έλκει δε προς την κατεύθυνση αυτή έως ένα βαθμό και την κυβέρνηση και την κεντροαριστερή αντιπολίτευση.
Μάταια, ωστόσο, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανταγωνισθεί κανείς τον ανορθολογισμό. Πρόκειται για έναν συναγωνισμό στον οποίο τις περισσότερες φορές υπερισχύει το “αυθεντικό”.
Όμως, ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει (αυτή τη φορά) να εννοεί όσα έλεγε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη για το “περιτύλιγμα της συσκευασίας” και το “περιεχόμενο”, όπως και για την ανάγκη της τεκμηρίωσης ενός αξιόπιστου και τεκμηριωμένου εναλλακτικού σχεδίου.
Η επιτροπή για μία προγραμματική σύγκλιση των (κοινωνικών) δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, της οικολογίας και της ριζοσπαστικής αριστεράς –με αυτή τη σειρά και έχει την αξία του…– επιβεβαιώνει πώς επιδιώκει να κάνει ένα βήμα τη φορά. Ακόμα κι αν αυτό πάρει κάποιο χρόνο.
Φαίνεται να έχει ζυγίσει τα πράγματα. Εάν για παράδειγμα, για τους δικούς του λόγους, ο πρωθυπουργός αποφασίσει να αιφνιδιάσει εκλογικά τους επόμενους μήνες, απλώς ο Τσίπρας μπορεί να μην είναι έτοιμος. Επίσης, φαίνεται να αναγνωρίζει πώς, σε πείσμα όσων αναγκαστεί να εκφέρει συνθηματολογικά σε προεκλογικό χρόνο, ο πραγματικός στόχος του θα ενεργοποιηθεί από το βράδυ των πρώτων εκλογών. Αρκεί να βρεθεί αρκετά ψηλά στην κατάταξη, στην καλύτερη περίπτωση στη δεύτερη θέση.
Μέχρι τότε, όμως, οφείλει να αποφύγει τις βιαστικές και αλλοπρόσαλλες κινήσεις του παρελθόντος. Χρειάζεται σχέδιο, αφήγημα, ιδεολογική και τεχνοκρατική επεξεργασία και πραγματικά νέα πρόσωπα που θα μπορούν να δημιουργούν την αίσθηση ότι το νέο κόμμα μπολιάζεται από ανθρώπους που έχουν όρεξη και όραμα να μπουν στην πολιτική.
Ακόμα, είναι μάλλον αναγκασμένος να περιμένει δύο γεγονότα: πρώτον, το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, κι αυτό για να αποσαφηνιστούν οι θέσεις του έναντι μελλοντικών συνεργασιών, αλλά και να μετρηθεί ποιός είναι με τι, και, δεύτερον, την ίδρυση του κόμματος Καρυστιανού, ώστε να καταστεί ακριβής η τοποθέτησή του στο πολιτικό φάσμα “δεξιά-αριστερά”, το οποίο η ίδια αποκηρύσσει.
Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για ένα κόμμα με υπερδεξιά αφετηρία και με πρόσωπα που εκπροσωπούν τον χώρο του πολιτικά ανεδαφικού και αποσκοπεί μόνο στο θυμικό του οργισμένου τμήματος της κοινωνίας, το κόμμα Τσίπρα (με τα όποια μειονεκτήματα και τις αναγωγές στο παρελθόν που αρκετοί επιμένουν να επικαλούνται) μπορεί να αποδεχθεί αναζωογονητικό για τις πολιτικές διεργασίες και την αντιπαράθεση επί του συγκεκριμένου.


