Digital burnout: Είναι εδώ, απειλεί εργαζόμενους-παραγωγικότητα-Ένας στους δύο λένε ότι χάνονται 50 ώρες εργασίας εβδομαδιαία
Έρευνες δείχνουν ότι το 55% των εργαζομένων βιώνουν burnout, ενώ το ψηφιακό burnout προκαλεί άγχος, κόπωση και μειωμένη συγκέντρωση από συνεχή χρήση ψηφιακών εργαλείων.
Η τηλεργασία συνδέεται με αυξημένο άγχος και burnout, ενώ το 79% των εταιριών δεν λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση της ψηφιακής κόπωσης.
Το 60% των εργαζομένων αισθάνονται πίεση να απαντούν εκτός ωραρίου, μειώνοντας παραγωγικότητα και ευημερία λόγω τεχνολογικού στρες και συνεχούς ψηφιακής παρουσίας.
Η αντιμετώπιση απαιτεί δομικές αλλαγές στην οργάνωση εργασίας, επενδύσεις σε εκπαίδευση, νομοθεσία και κουλτούρα που προστατεύει την ισορροπία εργασίας-ζωής.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο Libre στο burnout που βιώνουν πολλοί εργαζόμενοι λόγω της εξουθένωσής τους στην εργασία. Υπάρχει άλλωστε έρευνα που δείχνει ότι το 55% των εργαζομένων δηλώνουν ότι βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση (burnout), με συμπτώματα άγχους, θυμού και επιδείνωσης ψυχολογικής υγείας. Παράλληλα, μόνο το 48% νιώθει ότι μπορεί να διαχειριστεί τα επίπεδα στρες του επαρκώς.
Αυτό που δεν είχαμε εξετάσει ήταν το επίπεδο του ψηφιακού burnout. Στα ελληνικά το ονομάζουμε ψηφιακή εξουθένωση ενώ ο αγγλικός όρος που έχει επικρατήσει είναι το Digitan Burnout.
Ιδού και ο σχετικός ορισμός: Η ψηφιακή κόπωση ή digital burnout είναι μια χρόνια κατάσταση εξουθένωσης που προκύπτει από συνεχή και παρατεταμένη αλληλεπίδραση με ψηφιακές συσκευές και εργαλεία, οδηγώντας σε μειωμένη συγκέντρωση, ψυχολογική και φυσική κόπωση, άγχος και αρνητικές συνέπειες στην ευημερία του εργαζομένου.
Eρευνα που διεξήχθη στις ΗΠΑ σε 1000 ενήλικες έδειξε σχεδόν τα δύο τρίτα αναφέρουν επαναλαμβανόμενη ψηφιακή εξουθένωση, δηλαδή ψηφιακό burnout. Εξειδικεύοντας περισσότερο η έρευνα κατέδειξε ότι το 47% δηλώνει ότι οι διαδικτυακές εφαρμογές και ο browser του αποσπούν την προσοχή τόσο συχνά όσο τους βοηθούν στη συγκέντρωση.
Την ίδια ώρα, ευρωπαϊκή ανάλυση έδειξε ότι η καθημερινή τηλεργασία συνδέεται με αυξημένες πιθανότητες άγχους, κατάθλιψης και burnout συγκριτικά με την απουσία τηλεργασίας. Αυτό δείχνει ότι η συχνότητα τηλεργασίας καθαυτή είναι παράγοντας που επηρεάζει την ψυχική υγεία — όχι μόνο η ένταση εργασίας.
Ειδικά για το κομμάτι της εργασίας η κατάσταση μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμα και ως ανησυχητική. Όταν το 79% των εργαζόμενων αναφέρουν ότι η εταιρία τους δεν έχει λάβει κανένα μέτρο για να μειώσει την ψηφιακή κόπωση αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα κανείς ότι το πρόβλημα δεν έχει γίνει καθόλου αντιληπτό από την εργοδοτική πλευρά.
Το πιο σοβαρό στοιχείο; Το 60% των εργαζόμενων αισθάνονται πίεση να απαντούν ακόμα και μετά το ωράριο εργασίας.Κάτι που όμως γίνεται κατά κόρον παρά τις κατά τόπους νομοθεσίες που έχουν καθιερώσει το δικαίωμα “μη απάντησης” σε κλήση ή μήνυμα από την εργασία μετά το πέρας του ωραρίου. Σχετικός τέτοιος νόμος υπάρχει στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ακόμα και στενά οικονομικά (και επιχειρηματικά) προσεγγίσει κανείς την κατάσταση, διαπιστώνει ότι υπάρχει ζήτημα. Όπως δημοσίευσε πρόσφατα το Forbes το 44% των υπαλλήλων γραφείων δηλώνει απώλεια 50 και πλέον ωρών εργασίας την εβδομάδα εξαιτίας της χρήσης πολλαπλών ψηφιακών εργαλείων και notifications. Μειώνεται, δηλαδή, και η παραγωγικότητα. Και όσο για την ευημερία, φαίνεται να έχει χαθεί προ πολλού.
Αυτή η εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση συνδέεται με φαινόμενα όπως τεχνολογικό στρες, δυσκολία αποσύνδεσης και αίσθημα υποχρέωσης για συνεχή ψηφιακή παρουσία. Το τελευταίο είναι εξουθενωτικό. Διακόπτουμε ακόμα και τον ύπνο μας πολλές φορές για να απαντήσουμε σ’ ένα μήνυμα ή να διαπιστώσουμε ποιοι έχουν αλληλεπιδράσει σ’ ένα πρόσφατο post μας στα social media.
Οπως ίσως έχει γίνει ήδη αντιληπτό η αντιμετώπιση της ψηφιακής κόπωσης δεν αφορά μόνο την ατομική διαχείριση του χρόνου, αλλά κυρίως τις δομικές αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει το burnout ως φαινόμενο και επισημαίνει ότι οι παρεμβάσεις πρέπει να στοχεύουν στο εργασιακό περιβάλλον και όχι αποκλειστικά στο άτομο.
Αντίστοιχα, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας έχει τονίσει την ανάγκη για πολιτικές που περιορίζουν την υπερσύνδεση και διασφαλίζουν σαφή όρια μεταξύ εργασίας και προσωπικού χρόνου.
Σε θεωρητικό, τουλάχιστον, επίπεδο, οι λύσεις μπορεί να περιλαμβάνουν τον περιορισμό των ψηφιακών ειδοποιήσεων, την καθιέρωση «no-meeting» ωρών, τη μείωση του αριθμού εργαλείων επικοινωνίας και την εκπαίδευση για υγιή ψηφιακή χρήση.
Παράλληλα, προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης και κουλτούρα που δεν επιβραβεύει τη διαρκή διαθεσιμότητα μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Για να γίνουν όμως πραγματικότητα όλα τα παραπάνω χρειάζονται γενναίες επενδύσεις. Πρώτα απ’ όλα σε επίπεδο κράτους, κυρίως σε ότι αφορά την εκπαίδευση της νέας γενιάς αλλά και τη νομοθέτηση για την προστασία των εν ενεργεία εργαζόμενων. Κατά δεύτερο οι επιχειρήσεις οφείλουν να βάλουν και αυτές το χέρι στην τσέπη για να προστατεύσουν τόσο τους εργαζόμενους όσο και την παραγωγικότητά τους.
Είναι σαφές ότι η ψηφιακή ανθεκτικότητα, τελικά, δεν είναι τεχνικό ζήτημα αλλά ζήτημα εργασιακής κουλτούρας και προσαρμογής σε μία εποχή όπου τα πάντα μοιάζουν πολύ διαφορετικά σε σχέση ακόμη και με το πρόσφατο παρελθόν.