Η ιστορική μνήμη και οι χαίνουσες πληγές…
Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα της εκτέλεσης 200 πατριωτών στην Καισαριανή άνοιξαν τη συζήτηση για την ανάγκη ίδρυσης Μουσείου Εθνικής Αντίστασης.
Η Ελλάδα δεν διαθέτει κεντρικό μουσείο αντίστασης, ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη οργανώσει αντίστοιχους χώρους μνήμης και δημοσιοποιήσει σημαντικά ιστορικά αρχεία.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις απέφυγαν να αντιμετωπίσουν πλήρως την ιστορική μνήμη, επηρεασμένες από πολιτικές σκοπιμότητες και διχαστικά στερεότυπα που επιμένουν μέχρι σήμερα.
Η θετική ανταπόκριση της κυβέρνησης στην ανάκτηση των ντοκουμέντων μπορεί να οδηγήσει στη δημοσιοποίηση των αρχείων και την ίδρυση εθνικού μουσείου, επουλώνοντας ιστορικές πληγές.
Τα φωτογραφικά ντοκουμένα της εκτέλεσης των 200 πατριωτών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής (ως επί το πλείστον πολιτικοί κρατούμενοι -κομμουνιστές και ΕΑΜίτες- της δικτατορίας Μεταξά που παραδόθηκαν στους κατακτητές) άνοιξε τον δημόσιο διάλογο για την ανάγκη να ιδρυθεί επιτέλους ένα Μουσείο Εθνικής Αντίστασης.
Εκτός από τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και της απόκτησης μιας εθνικής ιστορικής κουλτούρας επιβάλλεται και ως ανάγκη να αμβλυνθούν οι φορτίσεις του Εμφυλίου που εξακολουθούν να διχάζουν- ο βανδαλισμός της μαρμάρινης επιγραφής με τα ονόματα των εκτελεσθέντων πατριωτών στην Καισαριανή από φασιστοειδή την επιβεβαιώνουν.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά την Πρωτομαγιά του ’44, πενήντα δύο χρόνια από τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ (νομοθετικό διάταγμα 59/1974) από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και σαράντα τέσσερα από την αναγνώριση της Εθνικής Αντιστασης (ΠΑΣΟΚ-Ανδρέας Παπανδρέου), η χώρα δεν έχει ανοίξει ακόμα τα Αρχεία της Κατοχής και δεν διαθέτει κεντρικό (εθνικό) μουσείο Αντίστασης. Υπάρχουν μικρά τέτοια μουσεία διάσπαρτα, από τους Κορυσχάδες και την Ηλιούπολη μέχρι τη Λάρισα, τη Νίκαια και το Ηράκλειο, όχι, όμως, ένα επισκέψιμο σημείο μνήμης στην Αθήνα όπου θα είναι συγκεντρωμένο όλο το σχετικό υλικό.
Ιστορικό παράδοξο: Ακόμα και η Γερμανία διαθέτει Μουσείο Αντίστασης ( Gedenkstätte Deutscher Widerstand) που στεγάζεται στο κτίριο των γραφείων Bendlerblock, όπου γερμανοί ανώτεροι αξιωματικοί συνωμότησαν να δολοφονήσουν τον Χίτλερ, τον Ιούλιο του 1944!
Τέτοια μουσεία υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Πολωνία, Ολλανδία, Δανία, Λουξεμβούργο, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο), ακόμα και σε χώρες που δεν “φημίζονται” για οργανωμένη αντίδραση στην γερμανική κατοχή- κάποιες, μάλιστα, υποδέχτηκαν αμαχητί και συνεργάστηκαν με τους Ναζί.
Η Γαλλία, μάλιστα, έχει δώσει στη δημοσιότητα, από το 2015, όλα τα αρχεία της δοσιλογικής κυβέρνησης του Βισί, η οποία συνεργάστηκε με τη ναζιστική Γερμανία. Πρόκειται για πάνω από 200.000 αστυνομικά, δικαστικά και υπουργικά έγγραφα της περιόδου 1940-1944.
Τα οποία αποκαλύπτουν λεπτομέρειες για τον μηχανισμό δίωξης και εκτοπισμού 76.000 Εβραίων από τη Γαλλία προς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς και για την καταστολή της Γαλλικής Αντίστασης από τις δυνάμεις του καθεστώτος του Πετέν.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις “αντιστάθηκαν” στην ιστορική μνήμη (παρά κάποιες επί μέρους προσπάθειες) και απέφυγαν να την ψηλαφήσουν, κυρίως για να μην πλήξουν “υπολήψεις” και ονόματα που επί δεκαετίες μετά τη ναζιστική κατοχή κυριαρχούσαν στο δημόσιο βίο (χρήσιμο προς μελέτη σχετικά το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη “Οι δωσίλογοι”) και, φυσικά, για να μην θίξουν τα διχαστικά στερεότυπα συγκεκριμένων εκλογικών ακροατηρίων.
Ο βανδαλισμός στην Καισαριανή είναι μόνο το πιό πρόσφατο δείγμα αυτών των αντιλήψεων. Είχαν προηγηθεί η στήριξη ή η ανοχή στην “Χρυσή Αυγή”, η ανέλιξη προσώπων και κομμάτων που εμφορούνται από αντιλήψεις-κατάλοιπα του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, ακόμα και η σημερινή ακραία τοξικότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή τα φωτογραφικά ντοκουμέντα.
Η άμεση ανταπόκριση της κυβέρνησης και της Βουλής στο αίτημα για την ανάκτηση των ντοκουμέντων από την Ελλάδα είναι θετική εξέλιξη και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τα επόενα βήματα, από την δημοσιοποίηση των Αρχείων της Κατοχής έως την ίδρυση ενός κεντρικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης. Το γεγονός, δε, ότι την σχετική πρωτοβουλία μπορεί να αναλάβει η Ν.Δ, με την ιστορική σχέση που έχει κληρονομήσει από την προδικτατορική δεξιά, θα μπορούσε να αποτελέσει βατήρα ώστε να αμβλυνθούν ακόμα περισσότερο μίση και πάθη του παρελθόντος.
Σε κάθε περίπτωση η χώρα πρέπει να πιάσει το νήμα της ιστορικής της μνήμης και να επιχειρήσει να επουλώσει τις χαίνουσες πληγές της.


