Ανάλυση: Η Ευρώπη δεν στερείται κοιτασμάτων αλλά στρατηγικής-Η βαθιά ενεργειακή εξάρτηση και πώς θα αλλάξει
Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από την Κίνα για κρίσιμες πρώτες ύλες, παρά τα σημαντικά κοιτάσματα λιθίου, γραφίτη και σπάνιων γαιών στην ήπειρο.
Η έλλειψη βιομηχανικής στρατηγικής και επενδύσεων στην επεξεργασία και διύλιση καθιστά την Ευρώπη ευάλωτη, καθώς η Κίνα ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας δυναμικότητας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, στοχεύοντας σε αύξηση της εγχώριας εξόρυξης, επεξεργασίας και ανακύκλωσης έως το 2030.
Η μετάβαση περιλαμβάνει νέα εργοστάσια, εκβιομηχάνιση της ανακύκλωσης και καινοτομίες, ενώ το κρίσιμο ζήτημα είναι η πολιτική βούληση και το οικονομικό κόστος για στρατηγική αυτονομία.
Σε μια εποχή όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται ως το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης για την επόμενη δεκαετία, μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη πραγματικότητα έρχεται στο προσκήνιο: η Ευρώπη παραμένει βαθιά εξαρτημένη από την Κίνα για τις πρώτες ύλες που απαιτούνται για την καθαρή ενέργεια. Μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας – όλα βασίζονται σε μια αλυσίδα εφοδιασμού που η ήπειρος δεν ελέγχει. Και αυτό, όπως πλέον αναγνωρίζεται ανοιχτά στις Βρυξέλλες, δεν είναι γεωλογικό πρόβλημα, αλλά πολιτική επιλογή δεκαετιών. Η Ευρώπη δεν στερείται λιθίου, γραφίτη, νικελίου ή σπάνιων γαιών· στερήθηκε τη βιομηχανική στρατηγική για να τα αξιοποιήσει.
Η σημερινή ευρωπαϊκή ευαλωτότητα δεν προκύπτει από την έλλειψη κοιτασμάτων, αλλά από την απουσία επενδύσεων και υποδομών. Από την Ιβηρική Χερσόνησο έως τη Σκανδιναβία, εντοπίζονται σημαντικά αποθέματα λιθίου, γραφίτη, μαγγανίου και σπάνιων γαιών. Αυτό που έλειπε ήταν η πολιτική βούληση να μετατραπούν σε ολοκληρωμένες αλυσίδες εφοδιασμού εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας. Για χρόνια, η Ευρώπη προτίμησε το φθηνό μοντέλο εισαγωγών από την Κίνα, θυσιάζοντας τη στρατηγική αυτονομία στον βωμό του χαμηλού κόστους.
- Η στροφή αρχίζει να αποτυπώνεται θεσμικά με τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες (Critical Raw Materials Act – CRMA), μέσω του οποίου η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει σαφείς στόχους: έως το 2030, το 10% της εξόρυξης κρίσιμων πρώτων υλών να γίνεται εντός Ευρώπης, το 40% της επεξεργασίας να είναι ευρωπαϊκής προέλευσης και το 25% της ζήτησης να καλύπτεται μέσω ανακύκλωσης. Για πρώτη φορά, η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται επίσημα με βιομηχανική πολιτική και όχι μόνο με περιβαλλοντικές δεσμεύσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, αρχίζουν να ξεδιπλώνονται συγκεκριμένα έργα. Στη Γροιλανδία, η κυβέρνηση ενέκρινε άδεια 30ετούς εκμετάλλευσης για το κοίτασμα γραφίτη Amitsoq, ένα από τα υψηλότερης ποιότητας παγκοσμίως. Ο γραφίτης αποτελεί βασικό υλικό για τις ανόδους στις μπαταρίες λιθίου και χωρίς αυτόν η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία παραμένει εκτεθειμένη. Αντίστοιχα, στη Γερμανία προχωρά επένδυση ύψους σχεδόν 4 δισ. δολαρίων για μονάδα παραγωγής υδροξειδίου του λιθίου, συνδέοντας εξόρυξη, επεξεργασία και ανανεώσιμη ενέργεια σε ένα ενιαίο οικοσύστημα.
Αυτά τα έργα, ωστόσο, δείχνουν περισσότερο κατεύθυνση παρά λύση. Η παγκόσμια ζήτηση για μέταλλα καθαρής τεχνολογίας αυξάνεται εκθετικά και η Ευρώπη απέχει πολύ από το να καλύψει τις ανάγκες της. Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται στην επεξεργασία και τη διύλιση, όπου η Κίνα ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας δυναμικότητας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το «στενό σημείο» της αλυσίδας: μπορείς να έχεις μεταλλεύματα, αλλά χωρίς βιομηχανία επεξεργασίας παραμένεις εξαρτημένος.
- Η απάντηση της Ευρώπης είναι τριπλή: νέα εργοστάσια επεξεργασίας, εκβιομηχάνιση της ανακύκλωσης και επενδύσεις στην καινοτομία. Στο τραπέζι βρίσκονται δεκάδες έργα για διαχωρισμό σπάνιων γαιών, παραγωγή προδρόμων υλικών για μπαταρίες και ανάκτηση μαγνητών από ανεμογεννήτριες και ηλεκτρικά οχήματα. Η λογική είναι ξεκάθαρη: τα απόβλητα μετατρέπονται σε στρατηγικό απόθεμα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην κυκλική οικονομία. Η Ευρώπη επιχειρεί να δημιουργήσει εσωτερική αγορά για ανακυκλωμένα μέταλλα, ακόμη και εξετάζοντας περιορισμούς στις εξαγωγές παλαιών μαγνητών και μπαταριών, ώστε να παραμένουν εντός ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε έναν κόσμο όπου οι πρώτες ύλες γίνονται γεωπολιτικό όπλο, η ανακύκλωση παύει να είναι περιβαλλοντική πολιτική και μετατρέπεται σε στρατηγικό εργαλείο ισχύος.
Το ευρωπαϊκό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι και χρηματοδοτικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν πιο γρήγορα, όχι επειδή έχουν περισσότερους πόρους, αλλά επειδή έριξαν δημόσιο χρήμα στην αγορά: επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, κρατικές συμβάσεις. Η Ευρώπη, αντίθετα, παραμένει διστακτική, εγκλωβισμένη σε πολύπλοκες διαδικασίες αδειοδότησης και πολιτικές αντιδράσεις σε κάθε νέο μεταλλευτικό έργο. Η περιβαλλοντική ευαισθησία, αν και απολύτως θεμιτή, συχνά μετατρέπεται σε δομικό εμπόδιο για τη βιομηχανική ανάπτυξη.
- Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη θέλει στρατηγική αυτονομία, αλλά αν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος για να την αποκτήσει. Η μετάβαση δεν σημαίνει αποκοπή από την Κίνα – σημαίνει διαφοροποίηση, εσωτερική παραγωγή και εφεδρείες. Σημαίνει ότι σε μια επόμενη κρίση, είτε γεωπολιτική είτε εμπορική, η Ευρώπη δεν θα βρεθεί ξανά χωρίς επιλογές.
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η ήπειρος θα παραμείνει απλός καταναλωτής τεχνολογίας ή αν θα μετατραπεί σε παραγωγό, επεξεργαστή και ανακυκλωτή των δικών της ενεργειακών υλικών. Τα κοιτάσματα υπάρχουν. Η τεχνογνωσία υπάρχει. Αυτό που κρίνεται πλέον δεν είναι η δυνατότητα, αλλά η πολιτική βούληση. Και σε έναν κόσμο όπου οι πρώτες ύλες γίνονται το νέο «πετρέλαιο», η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να εξαρτάται – ή αν θα ξαναγράψει η ίδια τους κανόνες του ενεργειακού παιχνιδιού.

