Σολτς: Παραδέχεται λάθη της κυβέρνησης – Δεν σκέφτεται να παραιτηθεί

 Σολτς: Παραδέχεται λάθη της κυβέρνησης – Δεν σκέφτεται να παραιτηθεί

Λιγότερο θόρυβο στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού θα επιθυμούσε ο καγκελάριος της Γερμανίας Όλαφ Σολτς σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Die Zeit. Ο Όλαφ Σολτς παραδέχεται λάθη της κυβέρνησής του και αναγνωρίζει ότι στη χώρα υπάρχει «ανησυχία», ενώ αναλαμβάνει και τις προσωπικές του ευθύνες για τις δυσλειτουργίες. Ο Γερμανός καγκελάριος δηλώνει επίσης ότι θέλει να αντιμετωπίσει πολιτικά την άνοδο της ακροδεξιάς και ξεκαθαρίζει ότι ουδέποτε σκέφτηκε να παραιτηθεί από την καγκελαρία.

«Ως καγκελάριος, φέρω την ευθύνη για την κυβέρνηση. Τελεία», δηλώνει ο Όλαφ Σολτς στην συνέντευξή του και αποφεύγει να επιρρίψει ευθύνες στους κυβερνητικούς του εταίρους.

«Θα ήταν παράλογο να πω ότι δεν έχω ανάμιξη» στις διαφωνίες μεταξύ των κυβερνητικών κομμάτων, αναφέρει και προσθέτει ότι μέχρι τώρα «σπανίως ήταν εφικτό να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις χωρίς μακροχρόνιες και δημόσιες διαφωνίες».

«Είναι αυτό μια μορφή αυτοκριτικής;», ερωτάται ο καγκελάριος, για να απαντήσει μονολεκτικά: «Ναι».

Ο κ. Σολτς εκφράζει πάντως την αισιοδοξία του για το μέλλον της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι τα κεντρικά ζητήματα στα οποία υπήρχαν διαφορετικές «ιδεολογικοπολιτικές απόψεις», όπως οι περικοπές επιδοτήσεων ή η προώθηση μεγάλων έργων υποδομής, έχουν ήδη λίγο έως πολύ συζητηθεί, αλλά παραδέχεται ταυτόχρονα ότι δεν χρειαζόταν τόσος «ενοχλητικός θόρυβος» από το εσωτερικό της κυβέρνησης.

Ο ίδιος περιγράφει ακόμη ως ελπιδοφόρο το γεγονός ότι μετά την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που έκρινε αντισυνταγματική τη χρήση κονδυλίων που προέρχονταν από δανεισμό για τις ανάγκες της πανδημίας σε άλλες πολιτικές, κατέστη δυνατό να προσαρμοστεί τόσο γρήγορα ο προϋπολογισμός του 2024.

«Αντιμετωπίζουμε τώρα τις αδυναμίες μας προκειμένου σε 20 και 30 χρόνια από τώρα να υπάρχουν ακόμη εδώ καλές θέσεις εργασίας»

Ο Όλαφ Σολτς δηλώνει ακόμη ότι αντιλαμβάνεται την «ανησυχία» στην κοινωνία και την αποδίδει στην ανασφάλεια που προκάλεσε η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία.

Ταυτόχρονα, συνεχίζει, «μπορεί κανείς να νιώσει ένα αίσθημα αβεβαιότητας, διότι ως μια οικονομικά ισχυρή χώρα, αντιμετωπίζουμε τώρα τις αδυναμίες μας προκειμένου σε 20 και 30 χρόνια από τώρα να υπάρχουν ακόμη εδώ καλές θέσεις εργασίας και να παραμείνουμε τεχνολογικά πρωτοπόροι».

Ο συνασπισμός, υποστηρίζει, «δεν ακολουθεί τον εύκολο δρόμο, αλλά προχωρά με θάρρος στις διαμάχες ενόψει των μεγάλων προκλήσεων». Τα τελευταία 10-15 χρόνια έμειναν ανεκμετάλλευτα, υπογραμμίζει, επειδή οι κυβερνήσεις απέφευγαν τις συγκρούσεις, λέει. Σε σχετική ερώτηση, διαψεύδει κατηγορηματικά τις φήμες περί συνάντησης στην καγκελαρία με θέμα ενδεχόμενη αντικατάστασή του και τονίζει ότι ποτέ δεν σκέφτηκε να παραιτηθεί.

«Το τζίνι έχει βγει από το λυχνάρι»

Ερωτώμενος σχετικά με την Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD) και τις πρόσφατες αποκαλύψεις περί μυστικής συνάντησης στελεχών της με μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων, προκειμένου να συζητηθεί σχέδιο δια της βίας μαζικών απελάσεων, ο καγκελάριος λέει χαρακτηριστικά: «Το τζίνι έχει βγει από το λυχνάρι».

Απορρίπτει ωστόσο εμμέσως τις εισηγήσεις περί απαγόρευσης του κόμματος, τονίζει ότι αυτό είναι κάτι που απασχολεί τις αρμόδιες αρχές και κυρίως την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος και αντιτείνει την πεποίθησή του ότι «η AfD πρέπει να αντιμετωπιστεί πρωτίστως πολιτικά», με αποφάσεις όπως η μεταρρύθμιση στα θέματα μετανάστευσης.

Χαρακτηρίζει πάντως «σημαντική» τη χθεσινή απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να αποκλείσει το κόμμα «Η Πατρίδα», διάδοχο του ακροδεξιού NPD, από την κρατική χρηματοδότηση που προβλέπεται για τα πολιτικά κόμματα.

Σχετικά με την Ουκρανία, ο Όλαφ Σολτς επαναλαμβάνει ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει περισσότερα για την στήριξή της έναντι της Ρωσίας και εκφράζει αφενός τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν έχουν προβλέψει για φέτος επαρκή βοήθεια για το Κίεβο και αφετέρου την ενόχλησή του για την κριτική που ασκείται στο εσωτερικό της Γερμανίας, ότι η κυβέρνηση δεν στηρίζει αρκετά την Ουκρανία, παρότι κάνει πολλά περισσότερα από ό,τι τα άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ.