Κορωνοϊός: Παγκόσμια αύξηση των νέων κρουσμάτων

 Κορωνοϊός: Παγκόσμια αύξηση των νέων κρουσμάτων

Η JN.1 έχει γίνει η κυρίαρχη υποπαραλλαγή του κορωνοϊού στις ΗΠΑ, κάτι που η μητρική της παραλλαγή BA.2.86 δεν κατάφερε. Αν και τα κρούσματα COVID-19 έχουν αυξηθεί, οι νοσηλείες και οι θάνατοι από τη νόσο εξακολουθούν να κυμαίνονται σε σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά από ό,τι ήταν την ίδια περίοδο ένα χρόνο πριν.

Σύμφωνα με το άρθρο του JAMA που δημοσιεύτηκε στις 12 Ιανουαρίου 2024, παρουσιάζονται τα μέχρι σήμερα δεδομένα για τη νέα υποπαραλλαγή, τα οποία και συνοψίζουν η Παθολόγος Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη, της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

Όταν η BA.2.86 εντάχθηκε στην οικογένεια της Όμικρον το περασμένο καλοκαίρι, φάνηκε ότι ήταν διαφορετική από την πρόγονό της, τη BA.2. Σε σύγκριση με τη BA.2, η πρωτεΐνη ακίδας της BA.2.86 φέρει περισσότερες από 30 μεταλλάξεις, υποδηλώνοντας ότι μπορεί να εξαπλωθεί πιο εύκολα. Αλλά ακόμη και οπλισμένη με αυτές τις νέες μεταλλάξεις, η BA.2.86 απέτυχε να κυριαρχήσει. Μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, η BA.2.86 δεν ξεπέρασε το 3% μεταξύ των υπόλοιπων υποπαραλλαγών SARS-CoV-2 στις ΗΠΑ, σύμφωνα με εκτιμήσεις από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC).

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η BA.2.86 αντιπροσώπευε το 8,9% των διαθέσιμων αλληλουχιών SARS-CoV-2 έως την πρώτη εβδομάδα Νοεμβρίου του 2023, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ο οποίος ταξινόμησε την BA.2.86, συμπεριλαμβανομένων των υποπαραλλαγών της, ως υποπαραλλαγή ενδιαφέροντος. Σε άρθρο γνώμης (4 Ιανουαρίου 2024), υποστηρίχθηκε ότι η BA.2.86 ήταν μια υποπαραλλαγή τόσο διαφορετική από τις προηγούμενες του Omicron που ο ΠΟΥ θα έπρεπε να την είχε χαρακτηρίσει ως παραλλαγή ανησυχίας και να την ονομάσει με ένα διαφορετικό ελληνικό γράμμα. Τέσσερις εβδομάδες μετά, ο ΠΟΥ ταξινόμησε και την JN.1 ξεχωριστά, λόγω της ταχέως αυξανόμενης εξάπλωσής της. Στις αρχές Ιανουαρίου, το ποσοστό κυκλοφορίας της JN.1 μεταξύ των υποπαραλλαγών στις ΗΠΑ είχε εκτιναχθεί στο 61,6%, από μόλις 38,8% 2 εβδομάδες πριν, σύμφωνα με την εκτίμηση του CDC.

Η JN.1 φαίνεται να είναι άκρως μεταδοτική, γι’ αυτό οι δείκτες ιικού φορτίου από τον SARS-CoV-2 αυξήθηκαν. Σε μια έκθεση της 5ης Ιανουαρίου, το CDC εκτίμησε ότι σε σύγκριση με την ίδια περίοδο πέρυσι, τα επίπεδα ιικής δραστηριότητας στα λύματα ήταν 27% υψηλότερα και το ποσοστό των θετικών τεστ COVID-19 ήταν 17% υψηλότερο.

Παρά τα φαινομενικά υψηλότερα επίπεδα μόλυνσης, οι δείκτες της ασθένειας COVID που απαιτούν ιατρική και νοσοκομειακή φροντίδα ήταν χαμηλότεροι από ό,τι ένα χρόνο νωρίτερα, ανέφερε το CDC. Για παράδειγμα, οι επισκέψεις στα τμήματα επειγόντων περιστατικών για τον COVID-19 μειώθηκαν κατά 21%. Και το ποσοστό όλων των θανάτων στις ΗΠΑ που αποδόθηκαν στον COVID-19 ήταν 3,6% (839 θάνατοι) για την εβδομάδα που έληξε στις 30 Δεκεμβρίου 2023, σε σύγκριση με 5,2% (3658 θάνατοι) για την εβδομάδα που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2022, σύμφωνα με τα προσωρινά δεδομένα του CDC.

Δεδομένων των υψηλών ποσοστών μόλυνσης από την JN.1, τα άτομα με συμπτώματα στο αναπνευστικό θα πρέπει να υποθέσουν ότι έχουν COVID-19, ακόμα και αν τα τεστ βγαίνουν αρνητικά τις πρώτες ημέρες. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι προκαλείται σοβαρότερη ασθένεια. Τα υψηλότερα ποσοστά COVID και άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού έχουν ωθήσει τα νοσοκομεία σε μερικές πολιτείες των ΗΠΑ να επαναφέρουν την υποχρεωτικότητα της μάσκας, τουλάχιστον για το προσωπικό που αλληλεπιδρά άμεσα με ασθενείς στα δωμάτιά τους ή σε άλλους χώρους κλινικής φροντίδας, όπως για παράδειγμα το Mass General Brigham (Βoston).

Αναπόφευκτα, η JN.1 θα κορυφωθεί άμεσα —αν δεν το έχει ήδη κάνει— καθώς την αντικαθιστούν νεότερες, «πιο έξυπνες» παραλλαγές SARS-CoV-2. Καθώς τους επόμενους μήνες, πολλοί άνθρωποι θα μολυνθούν από την JN.1, το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη θα έχει εμβολιαστεί ή θα έχει μολυνθεί ή και τα δύο. Καθώς αποκτούν ανοσία κατά της JN.1, ο SARS-CoV-2 θα εξελιχθεί για να την αποφεύγει, διότι ο ιός βρίσκεται υπό πίεση στο να συνεχίσει να μεταλλάσσεται, για να μπορεί να αποφύγει την ανοσία και να μολύνει ευκολότερα τον άνθρωπο, με αποτέλεσμα πιθανά από το φθινόπωρο του 2024 να χρειάζεται ένα άλλο νέο επικαιροποιημένο εμβόλιο για τον COVID-19.