Στόχος για το 2024 είναι μία οικονομία ισχυρή που να διασφαλίζει ισόρροπη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή

 Στόχος για το 2024 είναι μία οικονομία ισχυρή που να διασφαλίζει ισόρροπη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή

Το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο οι παρατηρούμενες ανισότητες είναι αποτέλεσμα κάποιου «φυσικού δίκαιου» απασχολεί έντονα την ευρωπαϊκή πραγματικότητα τελευταία. Η Ε.Ε. μετά τις πρόσφατες κρίσεις, για να μετατρέψει τις προκλήσεις σε δυνατότητες και να μην παγιδευτεί στους κινδύνους που αυτές εγκυμονούν, χρειάζεται ισχυρή και φιλόδοξη πολιτική για την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για την Ελλάδα, σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό καθώς ξεκινά από πολύ δυσμενέστερη θέση σε όρους βασικών οικονομικών και κοινωνικών δεικτών σε σχέση με την υπόλοιπη Ε.Ε. (πληθωρισμός, κόστος ενέργειας, κατά κεφαλή εισόδημα, ποσοστό απασχόλησης και ανεργίας, ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, κόστος δανεισμού, κόστος παραγωγής, κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού κ.ά.).

Της Ειρήνης Ακριβή Νταή, Υποψ. Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ, Συντονίστρια Κύκλου Κοινωνικών Αναλύσεων Ινστιτούτου ΕΝΑ 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ότι οι οικονομικές ανισότητες στην Ελλάδα τείνουν να γίνουν ένα φυσικό φαινόμενο, γεγονός που τεκμηριώνεται από τους σχετικούς δείκτες. Σύμφωνα με τα πολύ πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, ο ευρέως χρησιμοποιούμενος δείκτης άνισης κατανομής εισοδήματος (συντελεστής Gini[1]) μετά την ιστορικά χαμηλότερη τιμή το 2019 (31,0, έναντι 34,2 το 2015), σημείωσε αύξηση 1,4 ποσοστιαίων μονάδων το 2021 (32,4) ανατρέποντας τη θετική πορεία που είχε διαγράψει η χώρα μας. Έκτοτε, ο συντελεστής Gini στην Ελλάδα συνεχίζει να κινείται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο (31,4) με σημαντική απόκλιση από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (29,6).

Ομοίως, το ίδιο ισχύει και για τον δεύτερο πιο διαδεδομένο δείκτη ανισότητας, S80/S20, που ορίζεται ως ο λόγος του εισοδηματικού μεριδίου για το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού προς το αντίστοιχο μερίδιο για το φτωχότερο 20%. Ο δείκτης αυτός, αφότου μειώθηκε από 6,5 το 2014 σε 5,1 το 2019, στη συνέχεια ακολούθησε ανοδική πορεία για να φτάσει στο 5,8 το 2021 και 5,3 το 2022. Αυτό σημαίνει ότι το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,3 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Κατά συνέπεια, τα υψηλότερα κλιμάκια της κατανομής του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών, ενίσχυσαν τα δύο τελευταία έτη σημαντικά το εισοδηματικό τους μερίδιο έναντι των μεσαίων και χαμηλών κλιμακίων.

  • Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, τα εισοδήματα σε πραγματικούς όρους υποχωρούν (μείωση 2% στα πραγματικά εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών το 2022) τη στιγμή που το κόστος των αναγκών αυξάνεται, γεγονός που δεν οφείλεται στο καθεστώς ευμάρειας, οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας αλλά στις συνεχείς αυξήσεις των τιμών βασικών αγαθών και υπηρεσιών, γεγονός που καθιστά την ακρίβεια το μείζον ζήτημα των ελληνικών νοικοκυριών.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία (ΕΛΣΤΑΤ, Δελτίο Τύπου «Δείκτης Τιμών Καταναλωτή: Νοέμβριος 2022) ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 3% σε ετήσια βάση (περίοδος Νοέμβριος 2022- 2023) με τις σημαντικότερες αυξήσεις να σημειώνονται στα τρόφιμα (9%, με πιο σημαντικές στο ψωμί και τα δημητριακά, στα κρέατα, στα ψάρια, στα γαλακτοκομικά και τα αυγά, στα έλαια και τα λίπη, στα φρούτα και τα λαχανικά και στη ζάχαρη), στις δαπάνες ένδυσης και υπόδησης (6,4%) και στις δαπάνες υγείας (5,5%, με πιο σημαντικές στα φαρμακευτικά προϊόντα, στις ιατρικές-οδοντιατρικές και παραϊατρικές υπηρεσίες και στη νοσοκομειακή περίθαλψη).

Επιπλέον, σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΛΣΤΑΤ, 2023) οι μεγαλύτερες δαπάνες των νοικοκυριών σημειώθηκαν σε είδη διατροφής και φαρμακευτικά προϊόντα. Τα ελληνικά νοικοκυριά που δεν ιδιοκατοικούν ξοδεύουν για τις ανάγκες στέγασης το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος τους μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., περίπου 37%. Το πρόβλημα είναι ακόμα πιο έντονο για τα ευάλωτα, τα φτωχά και τα μεσαία νοικοκυριά, καθώς αυτά καταναλώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους -αν όχι ολόκληρο- σε είδη πρώτης ανάγκης και ενέργειας. Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 58,1% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 25,6%. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των φτωχών νοικοκυριών (83,9%) και το 34,2% των μη φτωχών δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους, περίπου, 410 ευρώ, ενώ σχεδόν το ίδιο ποσοστό νοικοκυριών (73% και 28,4% αντίστοιχα) αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.

  • Η συνεχής άνοδος των τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης και ενέργειας, που εκτοξεύουν τον πληθωρισμό από μόνες τους θέτουν σε κίνδυνο την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, ιδιαίτερα καθώς διαπιστώνεται ότι οι ανατιμήσεις αυτές δρουν σε βάρος των οικονομικά ασθενέστερων πληθυσμιακών ομάδων με το χάσμα υλικής και κοινωνικής αποστέρησης να αυξάνεται μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων.

Άρα, καθώς οι ανατιμήσεις συνεχίζονται τα τελευταία τρίμηνα και προβλέπεται περαιτέρω κλιμάκωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή το 2024 και τα πραγματικά εισοδήματα μειώνονται, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στην Ελλάδα συρρικνώνεται. Η αγοραστική δύναμη των μισθών μειώνεται τη στιγμή που οι ανισότητες αυξάνονται.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλότερο σε σχέση με τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε., καθώς κυμαίνεται στα 9.520 ευρώ και στα 10.841 εκφρασμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) και πρόκειται για το πέμπτο χαμηλότερο στην Ε.Ε. μετά τη Βουλγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Το ίδιο συμβαίνει και με την αποταμίευση του μέσου νοικοκυριού στην Ελλάδα η οποία είναι αρνητική και κυμαίνεται σε -4%, του διαθέσιμου εισοδήματός του εμφανίζοντας μεγάλη απόκλιση από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (12,7%). Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερο από το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημά τους και συνεπώς είτε χρησιμοποιούν συσσωρευμένες αποταμιεύσεις από προηγούμενες περιόδους είτε δανείζονται για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους.

  • Διαπιστώνεται, έτσι, μία αναντιστοιχία μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης και κοινωνικής ευημερίας καθώς, παρά την αύξηση του ΑΕΠ (αύξηση 5,6% για το 2022), η αγοραστική δύναμη του πληθυσμού της χώρας μειώνεται, ενώ παράλληλα αυξάνονται τόσο ο κίνδυνος φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού (26,3%) όσο και οι ανισότητες (31,4%). Η ύπαρξη εισοδηματικών ανισοτήτων μέσα στην κοινωνία αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη.

Καταλήγουμε, λοιπόν, ότι αν και οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη της χώρας έχουν περιοριστεί εν μέρει λόγω της σταθερής επίδοσης της οικονομίας το 2023 και της πτωτικής πορείας των τιμών ενέργειας, εντούτοις παραμένουν σημαντικοί αν δεν αντιμετωπιστούν οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως στα τρόφιμα, οι αλλαγές στις κλιματικές συνθήκες και οι κίνδυνοι του δημογραφικού ζητήματος. Αν δε ληφθούν υπόψη η χαμηλή αύξηση των μισθών σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. και η μεγάλη απώλεια αγοραστικής δύναμης διαπιστώνεται ότι πρωταρχικός στόχος για τη χώρα μας θα πρέπει να είναι η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

  • Η στήριξη των πραγματικών εισοδημάτων είναι ζωτικής σημασίας για τη βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς, που συνεχίζει να έχει τόσο πολύ ανάγκη η ελληνική κοινωνία. Συνεπώς, στόχος είναι η ανάπτυξη να ακολουθείται από την ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, την άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, τη μείωση του κινδύνου φτώχειας, την ενίσχυση της ευημερίας των πολιτών, τη μείωση του ιδιωτικού και δημόσιου χρέους, τη μείωση της εργασιακής ανασφάλειας και αβεβαιότητας.

Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης που θέλουμε και επιδιώκουμε για το επόμενο έτος δεν αρκεί μόνο να είναι υψηλοί, αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να περιορίζουν τις ήδη αυξημένες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες και να διασφαλίζουν την ισόρροπη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.


[1] Μία απλή ερμηνεία για την τιμή 32,4 του συντελεστή Gini έχει ως εξής: αν επιλέξουμε 2 τυχαία άτομα του πληθυσμού, αναμένουμε ότι το εισόδημά τους θα διαφέρει κατά 32,4% του μέσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος.