Μετά το Ντουμπάι – τι αναμένουμε και τι πρέπει να γίνει το 2024

 Μετά το Ντουμπάι – τι αναμένουμε και τι πρέπει να γίνει το 2024

To 2024 ανοίγει με νωπή ακόμα τη συμβιβαστική – και εν πολλοίς αμφιλεγόμενη – απόφαση της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή στο Ντουμπάι. Η εξειδίκευση των ειδικότερων σημείων της απόφασης και η ενεργοποίηση των μηχανισμών για την υλοποίηση τους αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προτεραιότητα για το νέο έτος. Οχι τόσο γιατί τα σημεία αυτά έχουν την απαιτούμενη αυστηρότητα σε ότι αφορά στη μείωση της χρήσης των ορυκτών καυσίμων – που προκαλούν την κλιματική αλλαγή λόγω των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου – αλλά γιατί δεν υπάρχει περιθώριο για άλλη καθυστέρηση ακόμα και για την ισχνή απόφαση στο Ντουμπάι.   

Του Κων/νου Καρτάλη, Καθηγητής ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την Κλιματική Αλλαγή

Στο διεθνές περιβάλλον, για να έχει νόημα η απόφαση των Η.Ε. στο Ντουμπάι προϋποθέτει την αυστηροποίηση των Εθνικών Σχεδίων Μείωσης των εκπομπών καθώς και των μακροχρόνιων δεσμεύσεων των χωρών που ανήκουν στο γκρούπ των 20 μεγαλύτερων και ταχύτερων οικονομιών (G20) για ισοδύναμα μηδενικές (net zero) εκπομπές. Σημειώνεται ότι σε πρόσφατη αξιολόγηση (Νοέμβριος 2023) των Εθνικών Σχεδίων Μείωσης των εκπομπών διαπιστώθηκε σημαντική υστέρηση ως προς την επίτευξη των χρονικών και ποσοτικών στόχων τους, γεγονός που αν συνεχισθεί θα οδηγήσει σε αύξηση της θερμοκρασίας κατά 3 βαθμούς Κελσίου εντός του τρέχοντος αιώνα.

  • Προϋποθέτει επίσης τη μείωση των κρατικών επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, μέτρο για το οποίο ήδη καταγράφονται χαμηλές προσδοκίες, καθώς μια σειρά από χώρες έχουν ήδη ανακοινώσει την ενίσχυση νέων εξορύξεων, ακόμα δε και χώρες που έχουν δεσμευθεί για κλιματική ουδετερότητα το 2050 (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Νορβηγία, Νέα Ζηλανδία, κ.α.). 

Σημαίνει τέλος τη διαμόρφωση των συνθηκών για τον τριπλασιασμό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, το σημαντικότερο σημείο της απόφασης στο Ντουμπάι, μέτρο που έχει ως προϋποθέσεις την ταχύτερη μετάβαση σε συστήματα αποθήκευσης (μπαταρίες), την επέκταση των διασυνδεδεμένων δικτύων ενέργειας και τη δημιουργία υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Διαμορφώνεται με άλλα λόγια μία δυναμική που είναι ιδιαίτερα συμφέρουσα για την Ελλάδα (καθαρή και φθηνή ενέργεια και σταδιακή διασφάλιση της ενεργειακής αυτονομίας), ιδίως αν συγκριθεί με τα αβέβαια επενδυτικά σχέδια εξόρυξης υδρογονανθράκων στις ελληνικές θάλασσες.    

  • Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η συζήτηση αφορά την επιτάχυνση των μέτρων για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, ώστε να τηρηθεί η πολιτική δέσμευση για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας το 2050. Πρόσφατα στοιχεία επισημαίνουν την ανάγκη τετραπλασιασμού της έντασης των μέτρων ώστε να είναι εφικτή η τήρηση της πολιτικής δέσμευσης.

Παράλληλα η συζήτηση αφορά κρίσιμα ζητήματα, όπως αν θα δρομολογηθεί φόρος στον άνθρακα ώστε να επιταχυνθεί η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, αν θα αυστηροποιηθεί η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) ώστε να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, πως θα επιτευχθεί η μείωση των εκπομπών από τη ναυτιλία και αν θα δοθεί η απαιτούμενη πολιτική προτεραιότητα – και η αναγκαία χρηματοδότηση – για την κατάρτιση σχεδίων προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.  

Στον αντίποδα των δύσκολων στοιχημάτων που περιγράφονται παραπάνω, ακούγονται εκτιμήσεις για τη θετική επίδραση που θα έχουν τα «homeland economics» δηλαδή η επαναφορά παραγωγικών επενδύσεων εντός των Κρατών (βλ. τα προγράμματα πράσινης μετάβασης των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, κ.α.).  Ομως σε μία διαφορετική ανάγνωση, ο προστατευτισμός που δημιουργούν τα προγράμματα αυτά, περισσότερο βλάπτουν την προσπάθεια για τη μείωση των εκπομπών καθώς περιορίζουν συνέργειες και ενισχύουν τον ανταγωνισμό ιδιαίτερα σε ότι αφορά στην εξεύρεση των πρώτων υλών.

  • Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα είναι μία εύκολη διαδρομή, ούτε ότι μπορεί να υλοποιηθεί από τη μία στιγμή στην άλλη. Το αντίθετο μάλιστα, και δύσκολη είναι η διαδρομή και απαιτεί μία 2.5-3 δεκαετίες για την επίτευξη των στόχων.

Ας ελπίσουμε όμως ότι η διεθνής κοινότητα θα σεβαστεί τις αγωνιώδεις εκκλήσεις της επιστημονικής κοινότητας για το χρόνο που χάνεται την ίδια ώρα που οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επιταχύνονται. Σε μία άλλη ανάγνωση, να μην θυμόμαστε το θερμό καλοκαίρι του 2023 ως ένα δροσερό καλοκαίρι σε σχέση με τα καλοκαίρια που έρχονται.